Изображения страниц
PDF
[ocr errors]
[ocr errors][merged small][merged small]

λύπτουσαν όρη αναδενδράδας δε αυτής εις ύψος μετεωριζομένας, ώς καλύπτειν ουχ απλώς κέδρους, αλλά τάς κέδρους του Θεού και επί τούτοις κλήματα εκτεινόμενα έως θαλάσσης και μετά πάντα παραφυάδας τάς μέχρι ποταμού διηκούσας. "Ων την διάνοιαν κατά την δοθείσαν ήρμηνεύσαμεν χάριν, σκιάν μεν αποδόντες την τυπικήν και σκιώδη λατρείαν, ήτις εν τοις αισθητοίς και σωματικοίς όρεσιν ετελείτο, αναδενδράδας δε τας προφητικάς ψυχάς, αίτινες επί τας κέδρους του Θεού, τας αγγελικάς και θείας δυ. νάμεις επεστηρίζοντο κλήματα δε ή κόμας, ή χαίτας το πάν Ιουδαίων πλήθος έως θαλάσσης εκτεινόμενον διά τον άστατον και κυμαινόμενον των ανθρώπων βίον και τέλος παραφυάδας, τους αποστόλους

Β του Σωτήρος ημών τώ ποταμώ συνόντας, περί ού εί

ρηται Τού ποταμού τά όρμήματα ευφραίνουσα την πόλιν του Θεού. Αλλ' επειδή τοσούτων ήξιώθη ή δεδηλωμένη άμπελος υπό του πρότερον επισκοπούντος αυτήν Θεού Λόγου, ακολούθως ο λόγος εξής ώς προς αυτόν τον τα τοσαύτα δεδωρημένον επαπορεί λέγων Ινατί καθείλες τον φραγμόν αυτής; Ο δε αποκρίνεται λέγων . Διότι έμεινα ίνα ποιήση σταφυλήν, εποίησε δε ακάνθας , και πάλιν Έμεινα ίνα ποιήση κρίσιν, εποίησε δε ανομίαν, και ου δικαιοσύνην, αλλά κραυγήν. Και εν τώ Ιερεμία δε ο αυτός ελέγχει την άμπελον, λογική γαρ ήν, φάσκων . Εγώ δε έφύτευσα άμπελον καρποφόρον πάσαν αληθινήν. Πώς εστράφη εις πικρίαν ή άμπελος ή αλλοτρία, Προστίθησι δε και διά Ησαίου λέγων Καθελώ τον καιραγμόν αυτής, και έσται εις διαρπαγήν και καθελώ τον τοίχον αυτης, και έσται εις καταπάτησιν. Και ανήσω τον αμπελώνα μου, και ου μή σκαφή, ουδέ μη τμηθή. Και αναβήσεται εις αυτόν ώσει χέρσον άκανθα, και ταϊς νεφέλαις εντελούμαι του μη βρέξαι εις αυτόν υετόν. Καθαιρεθέντος δε του φραγμού, τουτέστι της φυλαττούσης αυτούς και περιφραττούσης δυνάμεως, εικότως πάντες λοιπόν πολέμιοι αόρατοί τε και αφανείς, θηρών αγρίων όντες ανημερώτεροι, ελυμήναντο αυτούς, δηλαδή τους υπό του λόγου κατηγορουμένους. Και τις πρώτος ακάθαρτος ύς, ο Ασσύριος, εισελθών ισχυρώς, την δηλωθείσαν άμπελον διέφθειρεν, ώς και απαγαγείν αιχμάλωτον το

lonius, qui prior Hierosolymaobsessa, excidit illam, D πλήθος εις τους Ασσυρίους. Είτα δεύτερος πολέμιος,

post illum vero Romanus excercitus, qui post Servatoris nostri adventum, irrumpens vastavit eam. Ηac porro omnia vaticinatur Αsaph, φui lempore Davidis anιe Hierosolymae constructionem eraι, quae adnolatis temporibus eventura ipsi erant praenuntians. Ει φuidem in praesenti videtur una primam obsidionem a Βabyloniis, et secundam a Romanis factam vaticinari : per praecedenιem vero psalmum φuae sub Αntiocho Εpiphane contigerunt : per Lxx111 autem ea solum quae ad posιremam a Romanis faclam obsidionem pertinent, uί ad Lxxιιι commonstratum est.

εισελθών, τα υπό του πρώτου καταλειφθέντα κατενεμήσατο, ο Ναβουχοδονόσορ, ο και το ιερόν πυρπολήσας και εις έδαφος αγαγών. Διο λέλεκται και κατά τον Σύμμαχον Κατενεμήσατο αυτην ύς εκ δρυ. μού, και μονιός άγριος κατεβοσκήσατο αυτήν. Αντί δε τού, και μονιός άγριος, ο Ακύλας, και παντοδαπήν χώραν, ήρμήνευσε. Καθ' ετέραν δε ερμηνείαν, έλυμήνατο αυτήν, δηλαδή την αποδοθείσαν άμπελον, πρώτος ο Βαβυλώνιος, ο και πρώτος την Ιερουσαλήμ πολιορκία δηώσας , έπειτα μετ' εκείνον ο Ρωμαϊκός στρατός, μετά την του Σωτήρος ημών παρουσίαν επελθών, κατενεμήσατο αυτήν.

Ταύτα δε πάντα προφητεύει Ασάφ κατά τους χρόνους γεγονώς του Δαυίδ, προ της οικοδομής της Ιερου,

[ocr errors][ocr errors][ocr errors]

σαλήμ, θεσπίζων αυτή τα συμβησόμενα κατά τους δηλωθέντας χρόνους. Διά μεν ουν τών μετά χείρας έoικεν όμου και την πρώτην πολιορκίαν την υπο Βαβυλωνίων γενομένην, και την δευτέραν την υπό Ρωμαίων στροφητεύειν δια δε του προ τούτου τα κατά Αντίοχον τον Επιφανή συμβάντα διά δε του ο και γ' μόνα τα της υστάτης πολιορκίας της υπό Ρωμαίων γενομένης, ώς αποδέδεικται εν τοις κατά τον ογ' ειρημένοις.

Θεός των δυνάμεων, επίστρεψον δή, επί-Α VΕRs. 15-17. Deus virtulum, convertere, respice

[merged small][ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors][merged small][merged small][ocr errors]

θόντος αυτό εμπρησμού ικετεύει τα προκείμενα εις D plorem exspectare liceat, virum dextere Dei, e!

[merged small][ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]

illucescat in viro dexteraetuae ministro, et in eo qui

Filius hominis vocandus est : quem ιu tibi parasti,

alque ut instrumentum virtutis tuae confirmasti, et quasi deitatis 1uae simulacrum excitasti. Νam hoc

apparente, non ulterius idola colemus : sed neque multorum numinum errori serviemus, neque amplius a te :ecedemus. Ρostquam autem ab eo vitam,

et salutem quae in te est acceperimus, nomen ιuum invocabimus : neque ullerius cujuspiam nomine appellabimur, non ab Israele Ιsraelilae, neque a Juda Judaei, sed a tuo, Christe, nomine Christiani vocahimur. Quapropιer secundum Symmachum dicitur : Viuificabis nos, et nomine tuo υocabimur. Μirari porro subit, cur Judiei hacc legentes, et.a leneris unguiculis meditantes, non quaerant quis fuerit ille vir dexterae Dei, neque eum qui Filius hominis vocatur cognoscant : quare in calamitale sua perseverant. Ωui si ipsum novissent ac edidicissent, scirent utique Dei Verbum, quod praesenti supplicatione invocabatur, in ipso habitasse. Sed nos qui ipsum praeexsistens esse, ac de hominibus proviJentialn υιnnino gerere novimus; nam In mundo eral, et mundus per ipsum factus est, et mundus eum non cognoυίι ""; scimus ipsum in propria venisse, quando manus ejus sive vis operans facta est super νirum dexterae ejus, qui in Εvangeliis Filius hominis vocaιur : φuem sibi ipsi ipse ex Spiritu sancto efformaviι : quem si noverimus, defectioni nunquam

ου μη αποστώμεν από σού. Η δε δύναμις του λόγου τούτον έχει τον νούν "Ηδη ποτε η χείρ σου ή αφα νής και αόρατος επιλαμψάτω επί τον υπηρέτην της σής δεξιάς άνδρα, και επί τον μέλλοντα χρηματίζειν Υίον ανθρώπου όν συ σαυτώ κατεσκεύασας, έκραταίωσας όργανον της σης δυνάμεως, και ώσπερ άγαλμα της σαυτού θεότητος τούτον αυτόν αναστήσας. Τούτου γάρ φανέντος, ειδώλοις ουκέτι λατρεύσομεν αλλ' ουδε τη πολυθέω πλάνη δουλεύσομεν, ουδε αναχωρήσομεν σου του λοιπού δι' αυτού δε ζωωθέντες και της παρά σοί σωτηρίας τυχόντες, το όνομά σου επικαλεσόμεθα, ουκέτ' εξ ανθρώπου τινός χρηματίζοντες, ουδ' Ισραηλίται από του Ισραήλ καλούμενοι, αλλ' ουδε από του Ιούδα Ιουδαίοι - από δε του σού ονόματος του Χριστού Χριστιανοί χρηματίσομεν. Διο λέλεκται κατά τον Σύμμαχον Ζωώσεις ήμάς, και τώ ονόματί σου κληθησόμεθα. Θαυμάσαι δε έστι τίνα τρόπον τούτοις εντυγχάνοντες Ιουδαίων παίδες, εξ απαλών τε ονύχων ταύτα καταμελετώντες, ου ζητούσι τον άνδρα της δεξιάς του Θεού

τίς ποτε ήν, ουδε τον λεγόμενον Υίον ανθρώπου επιγινώσκουσι διό και παραμένουσι τη εαυτών συμφορά.

"Ως είπερ επέγνωσαν και μεμαθήκεισαν αυτόν,

έγνωσαν αν και τον εν αυτώ κατοικήσαντα Θεού Λό

γον όν η παρούσα δέησις ανεκαλείτο. Αλλ' ημείς

αυτόν ειδότες προόντα, και εκ του παντός ανθρώπων

επιμελόμενον Ενγαρτώ κόσμω ήν, και ο κόσμος

δι' αυτού εγένετο, και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω

obnoxii erimus, ab eo vitam accipientes, ejus no- C ίσμεν αυτόν και εις τα ίδια ελθόντα, ότε και γέγονεν

mine appellati. Νos itaque qui Filium hominis exspectamus, et spem nostram in ipsum conjecimus, haec de nobis ipsis loquimur : pro membris vero no. stris reliquam orationem fundimus his verbis : - VΕRs. 20. Deus υίrtutum, conuerte nos, et ostende facienι ιuam et salui erimus, sermonem in communi proferentes pro iis, qui mondum conversi sunt, necdum adventum ejus noverunt, ideoque nondum salutem a Deo sunt consecuti.

αυτού ή χειρ, τουτέστιν η πρακτική δύναμις επί τον άνδρα της δεξιάς αυτού, τον και διά των Ευαγγελίων Υίον ανθρώπου χρηματίσαντα όν αυτός εαυτώ συνεστήσατο εξ αγίου Πνεύματος καταρτίσας όν έπιγνόντες αναπόστατοι λοιπόν γενησόμεθα δι' αυτού ζωούμενοι, τότε ονόματι αυτού χρηματίζοντες, Ημείς μεν ούν οι τον Υίον του ανθρώπου προσδοκώντες και τας ελπίδας εις αυτόν ανηρτημένοι, ταύτα περί εαυτών φαμεν περί δε των ημετέρων μελών,

την λοιπήν ικετηρίαν αναπέμπομεν φάσκοντες. Ο Θεός των δυνάμεων, επιστρεψον ημάς, και επίφανο" το πρόσωπόν σου, και σωθησόμεθα, κοινοποιούντες τον λόγον υπέρ των μηδέπω επιστρεψάντων, μηδε την επιφάνειαν επεγνωκότων αυτού, και δια τούτο μηδέπω της παρά τώ Θεώ σωτηρίας τετυχηκότων.

[ocr errors][merged small][merged small][ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]

παρίστη λέγων . Ως αγαπητά τα σκηνώματά σου, Κύριε των δυνάμεων ! και αύθις Επιπoθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου και εξής : Τα θυσιαστήριά σου, Κύριε των δυνάμεων. Ο δε μετά χείρας ετέροις μεν αγαλλιάν και αλαλάζειν και ψάλλειν παρακελεύεται, του δε Ιουδαίων έθνους την αποβολήν και την ταύτης αιτίαν παρίστησι, και σφόδρ' ακολούθως ταίς διά των έμπροσθεν προφητείαις. Επειδή γαρ εν τώ προ τούτου ήρώτα λέγων Ίνα τί καθείλες τον φραγμόν αυτης, και τρυγώσιν αυτήν πάντες οι παραπορευόμενοι την οδόν, επιλύεται την επαπόρησιν, διά του μετά χείρας φάσκων Ει ο λαός μου ήκουσέ μου, Ισραήλ ει ταϊς οδοίς μου επορεύθη εν τώ μηδεν τους εχθρούς αυτών εταπείνωσα και επιλέγει Και ουκ ήκουσεν ο λαός μου της φωνής μου, και Ισραήλ ου προσέσχε μοι. Και εξαπέστειλα αυτούς κατά τα επιτηδεύματα των καρδιών αυτών, πορεύσονται εν τοις επιτηδεύμασιν αυτών. Επει τοίνυν το ανήκοον και το απειθες αυτών παρίστησι, μεταβάλλει τον λόγον εικότώς, και την των εθνών κλήσιν ευαγγελίζεται το Πνεύμα το άγιον, πάσιν ανθρώποις προσφωνούν και λέγον Αγαλ.λιάσθε τώ Θεώ τώ βοηθώ ήμών. Λέγει δε ταύτα εκ προσώπου του χορού του προφητικού. Ως γαρ εν τώ η έλεγε Κύριε ο Κύριος ήμών, ιδιοποιουμένων τον Θεόν των ταύτα λεγόντων, διά το πρώτων αυτών γεγονέναι τον Θεόν ούτω και ενταύθα οι αυτοί, τους απεξενωμένους και αλλοτρίους ανακαλούμενοι, φασίν "Ω ούτοι, καταλείποντες τους πεπλανημένως νομιζομένους υμίν θεούς, ήκετε σπεύδοντες προς τον ημέτερον Θεόν, και τούτω αγαλλιάσθε τώ πάντοτε ημών των αυτώ ανακειμένων βοηθώ γενομένω. Τις δ' ήν ούτος, εξής παριστώσι λέγοντες Αλαλάξατε τώ Θεώ Ιακώβ τώ γαρ πάλαι οφθέντι τώ ημετέρω προπάτορι Θεώ ελθόντες, αλαλάξατε, κατά το ειρημένον και εν ξε' Αλαλάξατε τώ Θεώ, πάσα ή γή. Τις δε ήν η πάσα γη διασαφεί ο ειπών. Πάντα τα έθνη, κροτήσατε χείρας, αλαλάξατε τώ Θεώ εν φωνή αγαλλιάσεως. Τοις ούν αυτοίς και διά των μετά χείρας προσφωνεί λέγων ο χορός των προφητών , Αγα.λ.λιάσθε τώ Θεώ τώ.βοηθώ ήμών, α.λαλάξατε τώ Θεώ Ιακώβ. Θεόν δε Ιακώβ τον Σωτήρα σημαίνει τον εν ανθρώπου σχήματι οφθέντα τώ Ιακώβ ότε και εκάλεσε Ιακώβ το όνομα του τόπου εν ώ ώφθη αυτώ ο Θεός, Είδος Θεού, επειπών Είδον γάρ Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον, και εσώθη μου ή ψυχή. Τούτω ούν, ώς αν αυτώ όντι τώ βασιλεί ήμών, αλαλάζειν προστάττει, νικητήριον ύμνον αναπέμποντας αυτώ. "Οπως δε βασιλεύς υπό του Πατρός καθίσταται, αυτός διδάσκει λέγων. Εγώ δε κατεστάθην βασιλεύς υπ' αυτού επί Σιών όρος το άγιον αυτού. Ου μόνον δε αλαλάζειντώ Θεώ Ιακώβ βούλεται τους κεκλημένους, αλλά και λαμβάνειν ψαλμόν και διδόναι τύμπανον, και ψαλτήριον τερπνόν μετά κιθάρας. Κατά δε τον Ακύλαν Αρατε, φησί,

[ocr errors][ocr errors]
[ocr errors][merged small]
[ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]

δε αληθινή άμπελος όποιον έχει φυτουργόν και γεωργον, και οποία κλήματα, και οποίους βότρυς, ή σω

[ocr errors]
« ПредыдущаяПродолжить »