Изображения страниц
PDF

στήσας αυτήν εις Ιερουσαλήμ, επιλέγεται εκ της φυ- Α reposuisse illam, ex tribu Levi psaluorum canto»

[ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors]

Εν τη Εβραϊκή βίβλω των ψαλμών άνευ της του αριθμού προσθήκης ανεγράφησαν οι πάντες και διαφόρως. Οι μέν εισι συνημμένοι, οι δε διηρημένοι. Αμέλει ο μεν πρώτος και δεύτερος συνημμένοι εισι κατά το Εβραϊκόν και πάλιν ο ένατος, συνημμένος παρ' ημίν, εν τώ Εβραϊκώ διήρηται εις δύο. Παρατηρητέον δε, ότι μη κατά ακολουθίαν τών της ιστορίας χρόνων ή των ψαλμών σύγκειται τάξις ενήλλακται δε παρά πολύ, καθώς η βίβλος των Βασιλειών, και αύτη η τάξις δηλοί. Πολλής τοίνυν κατακρατησάσης ειδωλολατρείας του Ιουδαίων έθνους, λήθην αυτούς φασι πεποιήσθαι των πατρίων γραφών, ώς μηδε του Μωυσέως νόμου βίβλον επιφέρεσθαι, μηδέ μνήμην της των πατέρων ευσεβείας αποσώζειν. Ούτω γούν τους προφήτας ανήρουν διελέγχοντας αυτών τάς δυσσεβείας. Ουδε νύν θαυμαστόν εν τοιαύτη καταστάσει καιρών και των εμφερομένων τινάς τη βίβλφ των ψαλμών διαπεπτωκέναι, λήθη τε μακρoίς παραδεδόσθαι χρόνος."Υστερον δε μετά ταύτα, είτε"Εσδραν, είτε τινάς ετέρους προφήτας, περί την συναγωγήν ευτών έσπoυδακένα, μεθ’ ών και την βίβλοντών ψαλμών fγιοχένσι sic. ουκ αθρόως ευρόντα τους πάντ=ς, αλλz κzτα διαφόρους χρόνους. Και τάττεινόε έν

[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors]

est librum psalmorum posι Μoysis legem, novam Α σεις, ώς ή βίβλος των ψαλμών καινήν διδασκαλίαν

complecti doctrinam, ipsumque post menιοratam Μoysis scripίuram, secundum, ad doctrinam spectantem, esse librum. Cum itaque post mortem Μoysis et Jesu, et post judicum tempus, David aetatem duxerit ; utpote qui Salvatoris pater πuncupari meruerit, novum ipse modum, psalmodiae scilicet, primus Ηebraeis tradidit; ψuo illa quae de sacrificiis a Μoyse sancita fuerant de mediο ιollit, novumque divini culιus morem per hymnos ac jubilationes invehit : aliaque bene multa Μoysis legem longe superantia per ιοιum opus edocet.

[ocr errors][merged small]

περιέχει μετά την Μωυσέως νομοθεσίαν, και ότι δευτέρα μετά την Μωυσέως νομοθεσίαν γραφήν διδασκαλική βίβλος αύτη τυγχάνει. Μετά γούν την Μωυσέως και Ιησου τελευτην και μετά τους κριτάς Δαυίδ γενόμενος, ώσανει του Σωτήρος αυτός χρηματίσαι πατηρ καταξιωθείς, καινόν τρόπον τον τής ψαλμωδίας πρώτος Εβραίοις παρέδωκε δι'ής αναιρεί (1) μεν τα παρά Μωυσή περί θυσιών νενομοθετημένα, καινον δε τον δι' ύμνων και αλαλαγμών τρόπoντής του Θεού λατρείας εισάγει και άλλα δε πλείστα τον Μωυσέως νόμον επαναβεβηκότα δι' όλης αυτού της πραγματείας διδάσκει.

Ευσεβίου Καισαρείας περί του διαψάλματος.

Έγραψαν το διάψαλμα οι ερμηνεύσαντες πέντε άρχοντες, οι εξελέγοντο υπό Δαυίδ του βασιλέως εκ της φυλής Λευί ών τα ονόματά εισι ταύτα, Ασάφ, οι υιοι Κορε, Αιμάν, Αιθαμ, Ιδιθούμ τούτοις αριθμός ώδών παρηκολούθει, εκάστω εβδομήκοντα δύο. Ούτοι ίσταντο ενώπιον του αγιάσματος Κυρίου, αινούντες τον πάντων δεσπότην, ός μεν κύμβαλα, ός δε ψαλτήριον, ός δε κινύραν, ός δε κερατίνην, ός δε κιθάραν έχων, ών μέσος ίστατο ο Δαυίδ. Και ούτως ήρχοντο των ώδών κρατούντες επί χείρα τα τοιαύτα όργανα, και έκαστος Πνεύματι αγίω κινούμενος ύμνει τον Θεόν, και πάντες επεφώνουν τώ ψάλλoντι το Αλληλούϊα. Οπηνίκα δε ή του Πνεύματος του αγίου απέστη χάρις προς βραχύ, τών οργάνων λοιπόν μη κινουμένων, το τηνικαύτα εικός και το διάψαλμα έγραφον.

ΨΑΛΜΟΣ Α'.

Μακάριος ο ανήρ δς ουκ επορεύθη εν βουλή ασεβών. Επει φυσικώς ορεγόμεθα πάντες του μακάριοι είναι, τέλος αγαθού το μακάριον οριζόμενοι, πεπλανημένως γε μην πολλοί τούτο μεταδιώκειν εν σωμάτων ήδοναίς ηγούνται, πλούτους θαυμάζοντες και αξιώματα, και τας εν τώ παρόντι βίω τρυφάς εικότως ο λόγος εν τούτοις όθεν έχρήν την καταρχήν εποιήσατο της κατά Θεόν υμνωδίας, τον αληθώς μακάριον και τέλους αγαθού του παρά Θεώ ήξιωμένον υπογράφων. Και ενθάδε μεν διά το σπάνιον των πάλαι πρότερον κατορθούντων ένα τινα μακαρίζει ο δε Σωτήρ ημών πλείονας ποιών μακαρίους, πληθυντικώς τους μακαρισμούς προσφέρεται. Πάντων δε

D πρώτος αυτός αν είη ο μακαριζόμενος διό και επ'

αυτόν ανοίσει τις τον παρόντα ψαλμόν, άτε γενόμενον άνδρα της νύμφης αυτού Εκκλησίας τούτο δε έoικεν η Εβραϊκή φωνή παριστάν, καθ' ήν (2) μακάριος ο ανήρ μετά της του άρθρου προσθήκης είρηται.

[ocr errors]
[ocr errors]

ή κατά πράξιν, ή κατ' αμφότερα οι και ενίδρυνται τώ κακώ, των δευτέρων έστηκότων εν αμαρτίαις, των δε πρώτων οδευόντων εν πλάνη. Ο δε πάντων τούτων απηλλαγμένος μακάριος. in erroris via gradiuntur. Ωui auten omnibus iis Αλλ' ή εν τω νόμω Κυρίου το θέλημα αυτού, και εν τώ νόμω αυτού μελετήσει ήμέρας και νυκτός. Επειδή πολλή τίς εστι διαφορά των φόβω τιμωριών εύ πράττειν κατηναγκασμένων και των προαιρέσει αυτό το καλόν αιρουμένων, δια τούτό φησι Εν τω νόμω Κυρίου θέλημα αυτού. Νόμον δε φησινου πάντως τον σκιώδη και τυπικόν νόμον, πολύ δε πρότερον τον εν αυτώ λεληθότα πνευματικόν λόγον. Είη δ' αν νόμος Κυρίου και ο κατά φύσιν πάσιν ανθρώποις ενεσπαρμένος, δι' ού κατορθώσαι λέγονται οι προ του διά Μωυσέως νόμου άγιοι περί ών φησιν ο Απόστολος Οταν γάρ έθνη τα μη νόμον έχοντα, τον γραπτόν δηλονότι, φύσει τα του νόμου ποιή, ούτοι, νόμον μη έχοντες, εαυτοίς εισι νόμος. Η νόμος Κυρίου είη αν ο προς αυτού του Κυρίου και Σωτήρος ημών πάσι τοις έθνεσι κατηγγελμένος ευαγγελικός λόγος. Και έσται ώς το ξύλον το περυτευμένον παρά τάς διεξόδους των υδάτων, ό τον καρπόν αυτού δώσει εν καιρώ αυτού. Ο δια πάσης της εαυτού ζωής και εν παντί καιρώ νυκτός τε και ημέρας τώ θείω σχολάζων νόμω, και τοίς εξ αυτού λογικoίς νάμασιν αρδόμενος, σφόδρα οικείως φυτώ παρ' ύδασιν ερριζωμένω παραβέβληται διό και μακάριος ώς αληθώς ούτος, άτε μάλιστα ποτιζόμενος τοίς θείοις

[blocks in formation]
[ocr errors]

μαθήμασιν, ώριμον εαυτού τον καρπόν αποδίδωσιν. c disciplinis, suum opportuno.tempore fructum pre

Είτ' επειδή ξύλον εστί ζωής ο τού Θεού Υιός κατά τον Σολομώντα φήσαντα περί της Σοφίας Ξύλον εστί ζωής πάσι τοίς αντεχομένοις αυτής και τοις επερειδομένοις επ' αυτήν ώς επί Κύριον ασφαλή (sic), εικότως ο μακαριζόμενος τώ του Θεού Υιώ αφωμοίωται τώ παρά τας διεξόδους όντι των υδάτων μαρτυρούμενος και κηρυττόμενος υπό τών της θείας Γραφής διδασκάλων και προφητών οίτινες και αφέσεις υδάτων παρά τη θεοπνεύστω λέγονται Γραφή. Τούτω ούν άφωμοίωται ο μακαριζόμενος, αρδόμενος διεξόδοις των απο της θείας Γραφής πνευματικών ναμάτων, καρπόν τε αγαθόν προφέρων.

Και το φύλλον αυτού ουκ απορρυήσεται, και

beat. Deinceps quia Dei Filius lignum vita est juxta Salomonem qui de Sapientia talia fatur : Lignum vita est his φui apprehenderint eam ", et qui ea, sive ipso Domino, nixi fuerint, secure degunι; jure ac merito qui beatus praedicatur, Filio Dei similis dicitur, qui secus decursus aquarum situs est, quique testimonio ac predicatione doctorum divinae Scripturae, ac prophetarum annuntiatur : nam ii emissiones aquarum in Scriptura divina appellantur. Ηuic itaque comparatur φui beatus diciιur, irrigatus luentis rivorum spiritualium a Scriptura sacra manantium, et fructum proferens bonum. Εt (olium ejus non de/luet, et omnia quarcunque

πάντα όσα αν ποιή κατευοδωθήσεται. Και τα D faciet prosperabuntur. Ει folia ejus, ut alius inquit,

φύλλα δε αυτού, ώς άλλος φησίν, έτερα όντα παρά τον τέλειον καρπόν, τα κατά τον θνητόν δηλαδή βίον πράγματα, τά τε κατά την ανθρωπίνην ζωήν, καθ' ήν και ο τέλειος καρπος σκέπτεται τε και φυλάττεται και ουκ απορρεί, μέχρι και τούτων ακριβώς βιούν παραφυλαττομένου διό και εν πάσιν οίς αν ποιή υπό του Θεού κατευοδωθήσεται. Και άλλως ο μακάριος διά παντός αρδόμενος ύδασι λογικοίς της ενθέου διδασκαλίας, και της προσηκούσης γεωργίας κατά τον παρόντα βίoν τυγχάνων εν καιρώ τω εαυτού δώσει τον εαυτού καρπόν. Καιρός δε αυτού ο μέλλων έστιν " Rom. ιι, 14. * Ρrov. πι, 18.

quae diversa sunt a perfecto fructu, videlicet opera mortalis hujusce vitae, humanique vivendi curriculi, in quo frucιus ille perfectus spectatur et observatur, non defluent, dum ipse probe vivendi curam habebit, φuamobrem in cunctis operibus suis a Deo recte prospereque dirigetur. Αlia vero ration" sic explicatur: Βeatus ille qui semper intelligibilibus divinae doctrinae aquis irrigatur, et in praesenti vita ceu ager congruenter colitur, dabit fταctum suum in tempore suo. Τempus porro ejns, futurum saeculum est : presentis quippe vitae 1emobrem in tempore suo praesentis agriculturaefructus Βeo proferet. Αlio quoque modo intelligitur; nimirum, ille qui beatus praedicatur, ex mortali vita translatus, promissionem habebit se futurum in paradiso Dei quasi lignum quod plantatum est secus decursus aquarum. VΕRs. 4. Νοn sic impii, non sic, sed lanφuam pulvis quem projicit ventus a (acie ιerrar. Βeatus iile qualis hic describitur : et sane hujusmodi homines admodum rari paucique sunt. Αι impii magno numero , φui ut nihil habentes apud beatum iiium male audiuml; fructum quippe temporaneum, mutabilem ac periίurum possidentes, facti sunt quasi pulυis quen projici! υentus a facie terra. VΕRs. 5. Ιdeo non resurgent impii in judicio, neque peccatores in concilio justorum. In communi, illud, in concilio justorum accipias, ita uι haec sententia fuerit : Ωuandoquidem nihil fertile, vitale nihil, neque fructum Deo dignum, qualem dederunt justi, impii proιulere; ideo in judicii tempore, neφue peccatores in concilio justorum resurgent. Pro concilio autem Αquila et Τheodotio sψnagogam interpretati sunt ; Symmachus vero, conuentum. Concilium igitur hic intelligas conventum sanctorum, uι in principio dictum est. Οppositoque sensu illud, in concilio impiorum, pro conventu impiorum: accipias. Caelerum resurgent ipsi quoque , sed ad pα:nam atque supplicium : Ναn cuncία φuα βunt , adducet Deus in judicium pro omn errato, sive bonum sive malum illud fueriι ". Νοtandum autem est, pritnum Davidem resurrectionem et futurum post resurrectionem judicium, necnon futurae vitae proκmissionenι , aperle docuisse : Μoyses quippe nihil hujusmodi uspiam tradidit. VΕRs. 6. Ωuonian noυit Dominus riam justorum , et iter impiorum periύit. Ηic generatim notes velim, bonum φuidem Domino cognitum esse, sed malum neutiquam. Βona quippe est justorum via, neque dicitur : Νovit Dominus viam impiorum, videlice! eorum qui in perniciem eunι; sed : Νouiι Dominus φui sunι εjus ". Jusίorum auιem via est is qui dixil : Εgo sum via " , et illud : Videte Jua sit tia bona ". Ηaec respiciι psalmus.

[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]

αλλότριος , διό εν εκείνω τώ εαυτού καιρώ της ενταύθα γεωργίας αποδώσει τώ Θεώ τους καρπούς. Και καθ' έτερον δε τρόπον, ο μακαριζόμενος, μεταφυτευθείς εκ του θνητού βίου, επαγγελίαν έξει εν τώ παραδείσω του Θεού έσεσθαι, ώς το ξύλον το πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των υδάτων. Ούχ ούτως οι ασεβείς, ουχ ούτως, α.λ.1' ή ώσει χούς, δν εκρίπτει ο άνεμος από προσώπου της γής. Ο μεν μακάριος τοιούτος οίον ο λόγος διέγραψεν σπάνιος δε ούτος και εν ολίγοις ευρισκόμενος. Πολλοί δε οι ασεβείς, οίτινες ώς μηδεν έχοντες τώ μακαρίω διαβέβληνται. Καρπον γάρ πρόσκαιρον και σκεδαστον, και απολλύμενον κτησάμενοι, γεγόνασιν ώς όχους δν έκρίπτει ό άνεμος από προσώπου της γής.

Β Διά τούτο ουκ αναστήσονται ασεβείς εν κρίσει,

ουδε αμαρτωλοί εν βουλή δικαίων. Κατά κοινού τό, εν βουλή δικαίων, ακούσεις ώς είναι την διάνοιαν τοιαύτην Επει μηδέν γόνιμον μηδε ζωτικόν, αλλ' ουδε καρπον Θεού άξιον τοίς δικαίοις παραπλησίως οι ασεβείς προηνέγκαντο, διά τούτο εν τώ της κρίσεως καιρώ, ούτε οι αμαρτωλοί εν βουλή δικαίων αναστήσονται. Αντί δε βουλής ο μεν Ακύλας και ο Θεοδοτίων συναγωγήν ήρμηνεύκασι, συνέλευσιν δε ο Σύμμαχος. Βουλήν τοίνυν ηγητέον ενταύθα ειρήσθαι την σύνοδον των αγίων, ώς και εν αρχή είρηται. Κατά δευτέραν διάνοιαν την σύνοδον των ασεβών δηλούσθαι εκ του εν βουλή ασεβών. Πλην αναστήσονται επί κολάσει και τιμωρία. Πάν γάρ το

[ocr errors]

μένω, εάν τε αγαθόν ή, εάν τε πονηρόν. Σημείωσαι δε, ότι πρώτος Δαυίδ και ανάστασιν και κρίσιν μετά την ανάστασιν εσομένην, και επαγγελίαν ζωής μελλούσης σαφώς εδίδαξε, Μωυσέως μηδεν τοιούτον παραδεδωκότος.

Ότι γινώσκει Κύριος όδον δικαίων, και όδός ασεβών απολείται. Σημείωσαι καθολικώς, ότι καλόν μεν γινώσκεται υπό Κυρίου, φαύλον δε ουδεν ουδέποτε. Καλόν γαρ οδός δικαίων, και ουκ είπε Γινώσκει Κύριος οδόν ασεβών, ήτοι των απολλυμένων αλλά Και έγνω Κύριος τους όντας αυτού. Οδός δε δικαίων, ο ειπών Εγώ είμι ή όδός και τό. "Ιδετε ποία εστιν ή όδός ή αγαθή. Επί τούτων αναφέρεται.

ΨΑΛΜΟΣ ΤΩ ΔΑΥΙΔ Β'.
Εξήγησις ψαλμού.β.

"Ινα τί εφρύαξαν έθνη, και λαοί έμελέτησαν κενά ; Προφητείαν έντίθησι Χριστού παρουσίας προσαγορευτικήν και ώς υπό Ιουδαίων μεν επιβουλευθήσεται, κρατήσει δε των εθνών απάντων, και ώς δι' αυτού πάντες μακάριοι έσονται οι πεποιθότες επ' αυτώ. Ο μεν ούν πρώτος ψαλμός ένα τινά σπα, νίως σωζόμενον εμακάριζεν , ο δε παρών όμου πλήθη καλεί επί τον μακαρισμόν έπει και κλήσιν τών εθνών απάντων περιέχει, και τας βασιλείας της γης επί την σωτηρίαν καλεί. Ταύτα δε πάντα διά του Χριστού προξενηθήσεσθαι ανθρώποις θεσπίζει σφόδρα ακολούθως. "Εδει γαρ ημάς προμεμαθηκότας περ

" Jerem. vι, 16.

δευθήναι δι' ού πάντες άνθρωποι την μεν τών ασεβών οδον εξέφυγoν, έτυχον δε τής οδού της σωτηρίου διά της εις αυτόν πίστεως ο δή παρίστησιν φάσκων λόγος Μακάριοι πάντες οι πεποιθότες εις αυτόν. sunt : φuod hisee verbis declaratur : Βeati omnes Παρέστησαν οι βασιλείς της γης, και οι άρχοντες συνήχθησαν επί το αυτό κατά του Κυρίου και κατά του Χριστού αυτού. Σωτηρ ανθρώποις επιδεδήμηκεν ο Χριστός του Θεού Σωτήρ και φωστήρ των εθνών απάντων, διδάσκαλος ευσεβείας, σωφροσύνης καθηγεμών, δικαιοσύνης αρχηγός, αρετής απάσης και θεογνωσίας αληθούς αίτιος. Τι δε ούν, φησί, ταράττεται τα έθνη επί τή τών τοσούτων αγαθών παρουσία; Ει δε και πληρωτής ελήλυθε του Μωυσέως νόμου, ώσπερ ούν αυτός διδάσκει λέγων Ουκ ήλθον καταλύσαι τον νόμον, αλλά πληρώσαι, και τα τών προφητών λόγια δι' αυτού τέλους ετύγχανε τί δε οι ταύτα μελετώντες, και διά στόματος αυτά φέρειν σπουδάζοντες, οι του Ιουδαίων έθνους λαοί ματαίαν εποιήσαντο περί αυτού μελέτην ; Αλλά και οι καθ' όλης της οικουμένης των εθνών άρχοντες, οί τε κατά χρόνους βασιλείς της γης, τί δή παθόντες δεινόν, ή τί λέγειν έχοντες διαβολής άξιον, ομου και κατά το αυτό κακήν ταύτην συνετάξαντο συμφωνίαν, ώς μίαν επιβουλην αρτύσαι και μίαν ασεβή γνώμην βουλεύσασθαι κατά του τών όλων δεσπότου τε και βασιλέως Θεού, και κατά του Χριστού αυτού; Οι γούν τον υπό του πάντων Κυρίου τε και θεού απεσταλμένον ανθρώποις Σωτήρα πολεμούντες, ελαύνοντές τε αυτού την διδασκαλίαν και την Εκκλησίαν αυτού κατά χρόνους διώκοντες βασιλείς και άρχοντες της γης λελήθασιν ου μόνον εις τον Χριστόν, αλλά και εις τον απεσταλκότα αυτόν εκτείνοντες τα της ασεβείας. Χριστόν μεν ούν ονομαστι υπό ανθρώπων επιβουλευόμενον σαφώς εν τούτοις ο λόγος θεσπίζει. Προϊών δε και Υίον του Θεού ονομάζει αλλά και κλήρον αυτό παρά του Πατρός δοθήσεσθαι πάντα τα έθνη και τα πέρατα της γης διδάσκει ά δη επί μύνω τώ ημετέρω Σωτήρι πεπληρωμένα δείκνυται. Επει δε γεγόνασι παρά Ιουδαίοις και έτεροι Χριστοι, ιερείς δηλαδή και βασιλείς του έθνους, σκοπήσεις επί τίνος τούτων τα θεσπιζόμενα συμβέβηκεν ει τις και άλλος επιβουλεύεται, εί τις Υιός Θεού κέκληται, εί τις των εθνών απάντων κεκράτηκεν εί τις καθ' όλης Χριστός εγνώσθη της οικουμένης. Αλλ' ουκ άν έχoι τις ειπείν μόνος γαρ ο Σωτηρ ήμών Ιησούς Χριστός της οικείας προσηγορίας τον σύμπαντα κατέπλησε κόσμον, Χριστιανών εξ αυτού

των δύο οδών, εξής και τα περί του Σωτήρος παι- Α quenter admodum valicinatur. Par enim eral nos

[merged small][ocr errors]
[ocr errors]

VΕRs. 2. Αstiterunt reges terra, et principes conυenerunt in unum , adversus Dominum et adversus Christurn ejus. Salvator hominibus advenit Christus Dei ; Salvator, inquam, et luminare gentibus universis, doctor pietatis, auctor Lemperantiae, justi1iae antistes, omnium virtutum ac divinae veraeque cognitionis causa. Cur ergo, inquit, pro toι 1antorumque bonυrum adventu gentes ιumultuantur ? Si is advenit qui Μoysis legem implet ac perficiι, ut ipse declarat his verbis : Νon υeni solvere legem , sed adimplere ", si per ipsum oracula prophetarum finem macta sunt : quid causae est cur ii qui haec meditanιur, haec in ore ferre procurant, Judaici videlicet populi, vanam adversus eum meditationem et curam susceperint ! Imo vero principes gentium per universum orbem, et reges terrae qui variis temporibus dominatum obtinuere, quid grave perpessi, φuamve calumniandi et querendi causam habentes, una omnes in hanc improbam concordiam adducti sunt, ul insidias simul struerent, impiumque consilium inirent adversus universum dominum ac regem Deum, et adversus Christum ejus 2li ergo qui adversus Salvatorem, ab omnium Domino ac Deo hominibus missum, bella gesserunι, φuique doctrinam ejus insectati sunt , Εcclesiamque diversis ιemporibus vexarunt, reges nimirum ac principes terrac, ignoraverunt se non modo contra Christum, sed etiam adversus eum a quo missus Christus esί , impielalem extendisse suam. Christurn igiιur nominatim insidiis homin'ιιιι appetitum, aperte hoc in vaticinio expressum liabemus ; in sequentibus autem Filius Dei nominatut ; sed etian docelnur gentes omnes (inesque terra! in haereditatem ipsi a Ρatre donandos : quae omnia in uno Salvatore nostro completa esse demonstraιur. Ωuia vero apud Judaros alii Christi fuere, sacerdotes videlicet et reges gentis illius; perpende mihi, quaeso, cui eorum, quae in vaticinio Ierunίιιι, contigere : num quis alius insidiis appetitus siι : num quis Filius Dei audieriι ; num quis genίibus universis imperariι ; num quis per universum orbem ut Christus habitus fuerit. Sed meminem hujusmodi quispiam proferre valeaι ; Solus namque

πάσαν την οικουμένην πληρώσας, και επί μόνω D Salvatornoster Jesus Christus, hoc suo nomine ιο

[ocr errors]

ιum adimplevit orbem, dum Christianis suo nomine

[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors][merged small][ocr errors]
[graphic]
« ПредыдущаяПродолжить »