Изображения страниц
PDF

aut lumbis incussas haee addunt : « Imposuisti Α πληγάς « Επεβίβασας ανθρώπους επί τας κεφαλας έργα του Θεού, φοβερός εν βουλαίς υπέρ τους υιούς Α terribilis in consiliis super filios hominum. Ει

homines super capita nostra. » Ηaec autem intelliges, cum videas alheos et impios viros persecutionum tempore insurgentes ac contra divinae religionis athletas sese exιωllenιes; hos vero abjectos ac νulιu demisso ob blasphema dicta et jactantiam atheorum. Ει vero plerumque vel pupillas oculorum verberabant, dum capita athletarum Dei plagis cederent. Sed haec omnia, aiunt Dei martyres, tu nobis, Deus, induxisti : nec tamen ιe volente φuid simile in nos admitιere ausi sunt, sed permitιente. Ωuare sic eum alloquuntur : « Induxisti nos in laqueum. · Τιι enim nos carcere detineri curabas, φuia id fieri permitιebas. Τu quoque ponebas ιribulationes in dorso nostro. Νeque enim id adversum nos ausi essent, si nos manu protegens ιua custodiisses. Τu vero atheos homines imposuisti super capita nostra. Αd haec aulem in extremum κmalorum devenimus ; nam alii quidem igni traditi κmorlem sustinuerunt, alii in aqua exstincti sunι. Ferrum quippe, et ferro illata supplicia, aliaque mortis genera, qua maxima pars nostrum sustinuiι, pro nihilo reputantur ex deteriorum comparatione. Ωuamobrem haec quidem tacemus. Ωuia vero inter atrocia, nihil crudelius nece per ignem et aquam illata existimatur, haec nos perpessos dicimus. Νam alii nostrum in mari et in fluminibus demersi sunι ; alii ignis supplicium luerunt. His ιantis suppliciis probasti nos, Deus, his omnibus igne nos examinasti sicut examinatur argentum.

Sed cum haec omnia in nos induxisses, ιu ipse rursum eduxisti nos in refrigerium. Non enim nostrum eraι ιalia sustinere eι ιalia efugere, sed ιui magni Servatoris; sicut enim induxisti nos in laqueum, sic eduxisli in refrigerium. Ωuandoquidem non permisisti uί ιristiailla diu permanerent, neque in infinitum tribulationem protraxisti, neque permisisti ut diuturno tempore homines capitibus instarent nostris ; neque in ignem conjecti diu ibi versati, neque in aquam dejecti absorpti fuimus ; sed eam pertransivimus : φuare dicitur : « Τransivimus per ignem, et profundum aquarum praetergressi sumus ; » ideo dicitur, « per aquam. » Ηis omnibus nos probasti, sumptogue patientiae et perseverantiae nostrae experimento, eduxisti nos in refrigerium : sive, secundum Symmachum, « in latiιudinem. » Ηoc autem diverso modo impleιum est, Νam cum uuum sit religiosorum hominum corpus; et alii quidem haec passi sint, alii supplicium luerint, alii solum mulcta bonorum exercitati fuerint : alii fuga et secessu familiarium probati fuerint, non diu postea omnium finis omnibus faustus occurriι. Νam Dei martyres morte consummati, verum refrigerium invenerunt , ut dicere valeant : « Converιere, anima mea, in requiem ιuam, quia Dominus benefeciι ιibi, ηuoniam eripuit animam meam de morιe ", , etc. Ηaec quippe aftinia praesentibus

[ocr errors]

ημών. · Και τούτο δε νοήσεις, ορών κατά τους των διωγμών καιρούς επεμβαίνοντας τους αθέους και άσεβείς άνδρας και κατεπαιρομένους των της θεοσεβείας αθλητών, τους δε ταπεινουμένους και τα πρόσωπα συνεσταλμένους επί ταίς των αθέων βλασφημίαις τε και μεγαλαυχίαις."Ηδη δε πολλάκις και κατά κόρης έτυψαν παίοντες πληγαίς τας των αθλητών του Θεού κεφαλάς. Αλλά ταύτα πάντα, φασίν οι του Θεού μάρτυρες, συ ημίν επήγαγες, ο Θεός. Μη γάρ σου βουλομένου, ουκ άν τι τοιούτον καθ' ημών ετολμάτο , συγχωρούντος δέ σου, ταύτ' εγίνετο. Διό φασι προς αυτόν. « Εισήγαγες ημάς εις την παγίδα. » Συγάρήσθα ο κατακλείστους ημάς ποιών, συγχωρών δε ταύτα γίνεσθαι. Και συ έθου θλίψεις επί τον νώτον ημών. 0υ γαρ αν ταύτα καθ' ημών ετολμάτο, ει τη σαυτού χειρι σκεπάσας έφύλαττες. Συ δε και τους αθέους ανθρώπους επεβίβασας επί τας κεφαλάς ημών. "Ηδη δε προς τούτοις εις έσχατα κακών ήλθομεν, οι μεν τον διά πυρός υπομείναντες θάνατον, οι δε τον δι' ύδατος. Σίδηρος μεν γαρ και αι διά σιδήρου κολάσεις, οίτε άλλοι θάνατοι, ους οι πλείους ημών υπομεμενήκασι, το μηθεν ενoμίσθησαν παραθέσει των χειρόνων. Διό εκείνα μεν σεσιωπήκαμεν έπει δε, ώς εν δεινοίς, ούδεν χείρον του διά πυρός θανάτου και του δι' ύδατος νενόμισται, ταύτα δε αυτά φαμεν υπομεμενηκέναι. Τινές μεν γαρ ημών υποβρύχιοι θαλάττη και ποταμοίς παρεδόθησαν οι δε την διά πυρός τιμωρίαν.υπέστησαν. Διά τοσούτων ούν εδοκίμασας ημάς, ο Θεός, και δια τούτων απάντων επύρωσας ημάς, ώς πυρούται το αργύριον. Αλλά ταύτα πάντα επαγαγών ημίν, πάλιν συ αυτός εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν. Ου γαρ ημών ήν το υπωμείναι και διαφυγείν τα τοσαύτα, αλλά σου του μεγάλου Σωτήρος ώς γαρ εισήγαγες εις την παγίδα, ούτω και εξήγαγες εις αναψυχήν. Επειδή μη παράμονα είασας ημών τα σκυθρωπά, μηδε εις άπειρον παρέτεινας την θλίψιν, μηδε εις μακρόν χρόνον συνεχώρησας επιβήναι ανθρώπους επί τάς κεφαλάς ημών αλλ' ουδε εν τώ πυρί γενόμενοι ενυπεμείναμεν, ουδε εν τώ ύδατι εμβληθέντες κατεπόθημεν και τούτο δε διήλθομεν διό λέλεκται. « Διήλθομεν διά πυρός, και τον βυθόν των υδάτων διεξήλθομεν , διό και, « δι' ύδατος, , είρηται. Και δη επί τούτοις άπασιν εγγυD μνάσας ημάς και της υπομονής ημών και της καρτερίας την δοκιμήν λαβών εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν ή κατά τον Σύμμαχον, « εις ευρυχωρίαν. » Και τούτο δε επληρούτο διαφόρως ενός γαρ όντος του των θεοσεβών σώματος, και των μεν τάδε πεπονθότων, των δε υπομεινάντων τιμωρίαν, τών δε τή των υπαρχόντων ζημία μόνη δοκιμασθέντων, των δε διά φυγής και της των οικείων αναχωρήσεως εγγυμνασθέντων, ουκ εις μακρόν το πάντων τέλος τοις πάσιν αίσιον απήντα. Οι μεν γαρ του Θεού μάρτυρες διά του θανάτου τελειωθέντες, την αληθώς αναψυχήν εύραντο, ώς δύνασθαι φάναι : « Επίστρεψον, η ψυχή μου, εις την ανάπαυσίν σου, ότι Κύριος ευηργέτησέ σε ότι εξείλατο την ψυχήν μου εκ θανάτου, και τα εξής,

[ocr errors]
[ocr errors]

dedit in commotionem pedes meos ; » ac rursum : « Ει eduxisti nos in refrigerium. » Ωui autem superstites servati sunt, restinctumque persecutionis incendium viderunt, in jucunda pace constituti, refrigerium macti sunt, et in tranquillum portum ingressi, post persecutionem laetitia fruebantur. Sane intelligas qua ratiοne hic dicatur : « Imposuisti homines super capita nostra, , si haec conferas cum hoc alterius psalmi dicιο : « Ει nunc exaltavit caput meum super inimicυs meos. Circuivi et immolavi in tabernaculo ιuo hostiam jubilationis"". » Ωuemadmodum enim persecutionis tempore imponit Deus homines super capita nostra, ita posιquam eduxit nos in refrigerium, exallat capita

Β nostra super inimicos nostros. Idque prophetice

declarabat qui dixit : « Ει nunc exaltavit caput meum super inimicos meos. Introibo in domum ιuam in holocaustis. » Νam sancti Dei martyres post magna, quae sustinuerunt, certamina, per ignem et aquam ιransgressi, in refrigerium recepti sunt. Deinde petila illa coelesti ac vera Dei domo, aiunt : « Introibo in domum ιuam in holocaustis. " Uίpote enim qui per ignem et aquam transierint, holocausta sua, queis martyrium passi sunt instar hostiae Deo suo ollerunt, multa usi in precibus fundendis fiducia. Οrabanι quippe ut cerιamina imirent, hac dala promissione, se usque ad mortem pro pietate certaturos. Utpote vero relene gesta pro qua precali fuerant, dicunt :

[ocr errors]

« Αποδώσω σοιτάς ευχάς μου, ας διέστειλε τα χείλη μου και ελάλησε το στόμα μου εν τη θλίψει μου. » Κατ' αυτάς γάρ τας θλίψεις, περί ών ανωτέρω έλεγον : « Έθου θλίψεις επί τον νώτον ημών, και την προς τον Θεόν αγάπην τελείαν και ολόκληρον ενδεικνύμενοι, ευχάς ετίθεντο και επαγγελίας εποιούντο μέχρι θανάτου ενστήναι, μονονουχί ομοίως τώ Παύλω λέγοντες « Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Θεού , θλίψις, ή στενοχωρία, ή διωγμός, ή λιμός, ή γυμνότης, ή κίνδυνος;» καί «Πέπεισμαι γαρ, ότι ούτε θάνατος, ούτε ζωή, ούτε ενεστώτα, ούτε μέλλοντα , δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού. · Ταύτας ούν φησι τας ευχάς αποδεδωκέναι τώΘεώ, ας διέστειλε τα χείλη αυτών, και ελάλησε το στόμα αυτών εν τη θλίψει αυτών. Και τοιαύτά γε ήν « τα ολοκαυτώματα και αυτών « μεμυαλωμένα και αληθώς. Αι γούν ψυχαι αυτών, φέρουσαι το πίoν και δυνατόν της πίστεως, είπον αν το εν ετέρω λελεγμένον « Ωσει στέατος και πιότητος εμπλησθείη ή ψυχή μου, και χείλη αγαλλιάσεως αινέσει το στόμα μου. » Ούτω γούν « μεμυαλωμένα και λέγεται τα ευτραφή και πίονα και λιπαρά. Τοιαύται δε τυγχάνουσιν αι των αθλητών του Θεού ψυχαι, εκ των θείων και λογικών τροφών « μεμυαλωμέναι, ν και μηδεν υποκείμενον έχουσαι, μηδε ασθενές διό φασιν « Ολοκαυτώματα μεμυαλωμένα ανοίσω σoι μετά θυμιάματος. »

[ocr errors]

VΕRs. 14, 15. « Reddam tibi vota mea, quae distinxerunt labia mea : et loculum est υs meum in tribulatiοne me3. In ipsis namque tribulationibus, de quibus supra dicebant : « Ρosuisti ιribulationes in dorso nostro, perfectam eι integram erga Deum charitatem exhibenιes, preces effundebant et promissa dabant, se ad morlem usque perseveraturos, 1antum non dicentes cum Paulo: « Ωuis nos separabit a charitate Dei? tribulatio, an angustia, an persecutio, an fames, an nuditas, an periculum "" ! ! eι : « Certus sun enim, quod neque mors, neque vita, neque praesentia, neque futura poterunt nos separare a charitate Dei, quae est in Christo Jesu "". » Ηaee se vota Deo reddidisse aiι,

[ocr errors][merged small]
[ocr errors]
[ocr errors]

cel sum vero illud intelligas ex hoc dicιο : « Fiat Α Νοήσεις δε και το θυμίαμα από της λεγούσης φωνής

oratio mea sicuι incensum in conspectu tuo"". » Ηae igiιur animae, spirituali igne purgatae, holocausta fuere : sive sacerdoιum instar ipsae corpora sua, utpote igne consummata, in holocausta obιulωrunt. 0rationes autem ipsarum thymiamata fuerinι. Ωuoniam vero arietes, boves et hircos οblaιuras se pollicentur, tecum reputes velim haec ipsa ex apostolorum Servatoris persona dicta fuisse, perque hircos, boves et arietes eos, qui suω apostolorum ductu fuerunt, intelligas. Νam primo ipsi martyres Dei fuere, deinde alios sui infinitos imitatores et aemulos excitarunt, quos quasi culturam suam Deo offerunt. Αrietes dixeris, principes Εcclesiarum, de quibus in praecedenti psalmo dicebatur: « Induti sunt arietes ovium": » quos veluι gregum duces ipsi constituerunι; boves autem, animas in armentis Εcclesiae constitutas ; etenim . Αn de bobus, inquit, cura est Deo ""! » sed de nobis prorsus loquitur. Ηirci vero fuerint ii φui recens nati, et procellae ιempore orti sinι. Ωuare securιdum reliquos interpretes, « et deserti,» uιμοιe qui persecutionem efugerint, vocantur. Ει hos itaque quasi novellos et ab se ductos Deo οΠerunt, gloriantes singuli de iis quos adduxerunι. Ηaec itaque a nobis modo spirituali, et divinarum Scripturarum promissis consentaneo, considerata strnt. Ει sane par est haec quae jam ιractamus verba sic intelligere, potius quam Judaorum ineptas illas fabulas admittamus, Deum sciliceι holocaustis, thymiamatis sensum moventibus, auί arietum, boum et hircorum sanguine delectari. Ωuae same omnia per prophetam ipse Deus repudiat his verbis : « Ωuid mihi multitudinem sacrificiorum vestrorum, dicit Dominus : plenus sum holocaustis arietum, et adipem agnorum, sanguinemque taurorum et hircorum nolo. Ωuis enim haec requisivit de manibus vestris " ! » Ει alias haec contraria fuerint iis φute prius psalmo xLIx «licta sunt, ubi ex persona Dei fertur: « Νon in sacrificiis ιuis arguam te " ; » et : « Νοn accipiam de domo tua vitulos, neque de gregibus tuis hiroοs. Ωuoniam meae sunt omnes ferae silvarum, jumenta in montibus et boves"; » sub haec autem: « Νunquid manducabo carnes 1auroruιn, aut sanκαιuinem hircorum potabo" ! » Ωui enim illis consonent quae de holocaustis, arietibus, bobus et hircis hic traduntur ! Ει sane ipse David superius confitendo dixeraι : « Ωuoniam si voluisses sacrificium, dedissem utique, holocaustis non delectaberis"; » eι in alio iterum : « Sacrificium et oblationem noluisίi, corpus autem aptasti mihi. Ηolocausta eι pro peccato non grata habuisti". » VΕRs. 16-20. « Venile, audite eι narrabo, omnes gui timetis Deum, guanta feeiι animae meae. » Ιidem superius dicebanι: « Venite eι videle opera Dei,

[ocr errors][merged small]

« Γενηθήτω η προσευχή μου ώς θυμίαμα ενώπιόν σου." Αύται μεν ούν αι ψυχαι, τώ πνευματικώ πυρί καθαρθείσαι, ολοκαυτώματα γεγόνασιν , ή δίκην ιερείων αύται τα εαυτών ονόματα (1), ώς αν διά πυρός τελειωθέντα, ολοκαυτώματα προσηνέγκαντο. Αι δε προσευχαι αυτών είεν αν τα θυμιάματα. Επει δε κριους και βόας μετά χιμάρων ανοίσειν επαγγέλλονται, επιστήσεις όπως είρηται και ταύτα εκ προσώπου των αποστόλων του Σωτήρος, τους υπ' αυτών προηγμένους χιμάρους και βόας και κριους νοήσας. Πρώτοι μεν γαρ μάρτυρες αυτοί του Θεού γεγόνασιν , είτα μιμητάς εαυτών και ζηλωτάς μυρίoυς άλλους κατεστήσαντο, ους ώσπερ οικεία γεώργια τώ Θεώ προσφέρoυσι. Κριούς μεν τους άρχοντας των Εκκλησιών, περί ών

[ocr errors][ocr errors][merged small]
[ocr errors]

των ανθρώπων και ταύτα έλεγoντoίς έθνεσι. Και νύν ούν πάλινοι αυτοί αυτοίς τοίς προσφωνούσι φάσκοντες «Δεύτε και ακούσατε, και διηγήσομαι. » Τίνες δε δεύτε, επιλέγει εξής « Πάντες οι φοβούμενοι τον Θεόν» ούς ανωτέρω ποτέ μεν πάσαν την γην ώνόμαζον, ποτέ δε πάντα τα έθνη Τούς αυτούς γάρ και επί του παρόντος δηλούσι φοβουμένους τον Θεόν αποκαλούντες, Πολλάκις δε και εν ετέροις απεδείξαμεν, ώς τους εξ εθνών θεοσεβούντας φοβουμένους τον Κύριον καλείν είωθεν ο Λόγος. Επει τοίνυν μνείας δείται το κήρυγμα το αποστολικόν, αναγκαίως επαγγέλλονται την ερμηνείαν παραδώσειν τοίς έθνεσι λέγοντες Δεύτε, ακούσατε, και διηγήσομαι Λέγουσι δε ταύτα ώς εξ ενός στόματος διά την τελείωσιν οι γαρ πάντες εν γεγό

his genιes alloquebantur. Νunc igitur ipsi eosdem compellant his verbis : « Venite, et audite, et narrabo. » Ωuinam, venite? deinde infert : « Οmnes qui timelis Deum: » φuos supra modo omneln ιerram nuncupaverant, modo omnes gentes. Εosdem enim in praesenti declarant, cum limentes Deum compellant. Plerumque in aliis commonstravimus, eos ex gentibus qui piam colunt religionem, ιimenιes Dominum Scripturam appellare solere. Ωuo. niam igitur praedicatio evangelica commentario egel, se ejus interpretationem tradituros necessario gentibus pollicentur, dicenιes : « Venite, audite, et narrabo.» Ηaec porro quasi ex uno ore proferunt propιer consummationem : omnes quippe

νασι τελειωθέντες εν Κυρίω. Και ταύτα θεσπίζει το Β in Christo consummati unum effecti sunι. Ει hoc

Πνεύμα το άγιον ώς εξ ενός χορού του αποστολικού τοίς έθνεσι προσφωνούν, επαγγελλόμενόν τε διερμηνεύειν, όσα εποίησεν ο Θεός τη ψυχή αυτών. Πάλαι μεν ούν έλεγον . Δεύτε και ίδετε τα έργα του Θεού, ώς μετέ, στρεψε ποτε την θάλασσαν εις ξηράν, και ώς εν ποταμό διήλθον ποδί. Νυνίδε ουκέτι τα παλαιά, αλλά τα της νέας και καινής ιστορίας παραδεδώκασι, τάς εαυτων πράξεις υφηγούμενοι, και τας εις αυτούς υπό του Θεού γενομένας ευεργεσίας. Διό φασιν "Οσα εποίησε τη ψυχή μου , είτα διηγούνται την επαγγελίαν πληρούντες. Τις δε η διήγησις; « Προς αυτόν, φησί, τώ στόματί μου εκέκραξα, και ύψωσα υπό την γλώσσάν μου. » Επειδή γαρ τάς εις αυτούς ευερ

[ocr errors][ocr errors][ocr errors]

Spiritus sanctus quasi ex uno apostolico choro gentibus loquens vaticinatur , ac polliceιur se declaraturum quanta fecerit Deus animae ipsorum. Οlim φuidem : dicebanι, « Venite et videle opera Dei, qui aliquando convertiι mare in aridam, et in lumine pertransierunt pede. » Νunc autem non vetera ulterius, sed ea quae novam spectant hisιοriam ιradunt, gesta sua, necnon a Deo sibi collata beneficia narrantes. Ωuare dicunt : « Ωuanta fecit animae meae; » deinde promissis stanιes narrationem ordiuntur. Quae narratio illa ! « Αd ipsum, inquit, ore meo clamavi, et exallavi sub lingua mea. » Νam quia Dei erga se beneficia recensuerunt, guomodo scilicel igne examinati et probati sint, quoιnodo in aerumnis positi eas sustinueriuι, φuo pacίο transierint per ignem et aquam, et ingressi sint in refrigerium ; quod non hac omnia sibi frustra divina gratia contuleriι , sed isthaec sibi maxime ad martyrium profuerint, necessario edocent. Primo quidem, aiunt, nunquam finem precandi ipsum et clamandi fecimus. Νeque tamen alta et sonora voce clamabamus, sed « sub lingua, » intus clamores nostros comprimenιes. Νοveramus φuippe Deum vel tacentes audire, esseque clamores non lingua sed mente prolaιos, ac inefiabili virtute ad Deum emissos. Ιdipsumque a Servatore docetur his verbis : « Ιntra in cubiculum ιuum, eι clauso ostio ora: et Pater tuus qui videι

[ocr errors]

ιur : « Αd ipsum ore meo clamavi et exallavi sub lingua mea; » secundum Symmachum vero: " Ipsum, aiunt, ore meo invocavi, et exaltata est confestim anima mea.» Sed non lantum orationibus, precibus et supplicationibus ad Deum emissis vacavimus, sed ipsis operibus iniquitalem omnem aversati sumus; ita uι ne quidem τεspίcere illam voluerimus, aut quidpiam iniquum vel animo cogitare. Νam si quid simile cogitassemus, non digni eramus qui exaudiremur. Ωuamobrem aiunt : « Iniquitatem si aspexi in corde meo, non exaudiaι Dominus. Quia ergo ιali menιe predit ea exaudivit Deus, et atιendit voci deprecationis meae. » Εt haec in causa erant cur Deus post ιοι ιentationes, eduxerit nos in refrigerium. Pro quibus omnibus debitum gratiarum actionis hymnum Deo emittentes, totum sermonem hoc ceu sigillo concludunt : « Βenedictus Deus, qui mon amovit orationem meam et misericordiam suam a me. » Ηaec porro omnia chorus apostolicus ex unius persona, benedictionem, laudem et gratiarum actionem pro omnibus supra memoratis Deo offerens, post toι prolatos sermones obsignavit. 1. ΙΝFΙΝΕΜΙΝ "Νή ΡSΑLΜUS Ο.ΑΝΤΙCΙ. VΕRs. 2, 5. « Deus misereatur nostri et benedicat nobis, illuminet vultumsuumsupernos, et misereatur nostri. Praesens quoque psalmus, evangelicus cum sit, eidem ac praecedens haeret sententiac , guare « ad finem , et ipse remiιιit, atque « canticum psalmi και inscribitur , φuia ille quoφue psalmus cantici esse dieebaιur. Fortasse vero ideo neuter eorum cujus sint sermones in titulo declarat, φuod manifestum sit quaenam personae in utroque loφuentes inducantur. Ειenim gentium praecones, sive apostoli Servatoris nostri, in utroque assumunιur. Ωui statim ab exordio in praesenti psalmo nec occulte acclamanι in terra et in omnibus gentibus salutare Dei, et viam ejus cognosci precantes, deinde aiunt : « Confiteantur tibi populi, Deus, confiteantur tibi populi omnes. Laeιentur et exsulιent gentes. Ωuem sermonem secundo ad vaticinii firmitatem repetunt. Chorus igitur apostolicus, qui prius dixerat: « Jubilate Deo, omnis terra"; , et rursum : « 0mnis ιerra adoret te"; , iterumque : « Βenedicite, gentes, Deum nostrum ""; » in prae3enti psalmo similiter, animadvertens magno sibi opus esse ad faustum evangelicae praedicationis exitum Dei auxilio, φuasi sibi accinendo sic precatur: « Deus misereatur nostri et benedicat nobis, illuminet νultum suum super nos, et misereatur nostri. • Νos quippe nihil dicimus esse, nihil posse fatemur, cum viles homines, simplices, pauperes et hominum postremi simus. Ipse vero Deus, φui nos in salutis gentium ministros adlegit, primo quidem misereatur nostri, nostrae scilicet infirmitatis commiseratiοne moveatur; deinde aliquid adjiciaι φuod confortare valeaι; id est, ut benedicaι mobis, benedictione sane spirituali; quo illius gratia in nos impleatur, ut par est, hujusmodi benedictio : « Crescite, et multiplicamini, et replete terram, et dominamini illius". » Ηaec enim a principio in mundi exortu dicta sunt : φuae Judaei non alio φuam corporeo more, per multiplicationem impleta putanι. Νos autem gnari animae quoque prolem esse atque discipulos esse magistrorum filios, hujusmodi benedictionem consequi preca4mur, uι crescamus eι multiplicenιur multitudine 8" ibid. 8.

[ocr errors]
[ocr errors]

σεν ο Θεός και προσέσχε τη φωνή της δεήσεώς μου." Και ταύτα ήν τα αίτια δι' α εξήγαγεν ημάς εις αναψυχήν μετά τους τοσούτους πειρασμούς. Εφ' οίς άπασι τον οφειλόμενον ευχαριστήριον ύμνον αναπέμποντες τώ Θεώ, επισφράγισμα του παντός ποιούνται λόγου φάσκοντες « Ευλογητός ο Θεός, ός ουκ απέστρεψε την προσευχήν μου, και το έλεος αυτού απ' εμού." Ταύτα δε πάντα ο χορός ο αποστολικός εξ ενός προσώπου μετά πάντας τους προλεχθέντας λόγους επεσφραγίσατο, ευλογίαν και δοξολογίαν και ευχαριστίαν επί πάσι τοις προλεχθείσιν αναπέμπων τώ Θεώ. 1. ΕΙΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΕΝ "Ναι, ΨΑΛΜΟΣ ΩΛΗΣ. « Ο Θεός οίκτειρήσαι ημάς και ευλογήσαι ημάς, επι

[ocr errors]

Και ο παρών ψαλμός ευαγγελικός ών, της αυτής έχεται τώ προ αυτού διανοίας διόπερ και εις το τέλος" παραπέμπει και αυτός, «ώδή , τε α ψαλμού» επιγέγραπται επει κακείνος ψαλμός ώδης ελέγετο είναι. Μήποτε δε το τίνος είεν λόγοι ουδέτερος αυτών εν τη προγραφή παρίστησι διά το εναργές των προφητικός εισηγμένων εν αυτοίς προσώπων. Οι κήρυκες γούν των εθνών, οι απόστολοι δηλαδή του Σωτήρος ημών, εν εκατέρω παρελήφθησαν. Αυτίκα γούν και διά των προκειμένων ακαλύπτως αναβοώσιν εν τη γή και εν πάσι τοις έθνεσι τότε σωτήριον του Θεού, και την οδον αυτού γνωσθήναι ευχόμενοι είθ' εξής : Εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί, ο Θεός, εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί πάντες. Ευφρανθήτωσαν και αγαλλιάσθωσαν έθνη. Και αύθις δευτερούσι τον λόγον εις βεβαίωσιν των θεσπιζομένων. Ο χορός τοίνυν ο αποστολικός, 5 διά των έμπροσθεν ειρηκώς « Αλαλάξατε τώΘεώ, πάσα ή γη , και αύθις « Πάσα η γή προσκυνησάτωσαν και πάλιν « Ευλογείτε, έθνη, τον Θεόν ημών και εν τώ μετά χείρας ομοίως, ορών, ότι πολλής δείται συνεργίας Θεού εις κατόρθωσιν του ευαγγελικού κηρύγματος, ώσπερ κατεπάδων εαυτώ δι' ευχής φησιν . Ο Θεός οίκτειρήσαι ημάς και ευλογήσαι ημάς, επιφάναι το πρόσωπον αυτού εφ' ημάς, και ελεήσαι ημάς. " Ημείς μεν γαρ εαυτούς το μηθεν είναι φαμεν, και το μηδέν δύνασθαι ομολογούμεν, ευτελείς όντες και ιδιώται, πένητές τε και πάντων έσχατοι ανθρώπων, αυτός δε ο Θεός βουληθείς ημάς υπηρέτας γενέσθαι της των εθνών σωτηρίας, πρώτον μεν οικτειρήσειεν ημάς, οίκτον ημών λαβών της ασθενείας είτα προσθείη τι το δυνάμενον ημάς δυναμώσαι τούτο δε ήν το ευλογήσαι ημάς ευλογία δή πνευματική, ώς αν και εις ημάς πληρωθείη πρεπόντως τη αυτού χάριτι ή φάσκουσα ευλογία Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε, και πληρώσατε την γην, και κατακυριεύσατε αυτής.»Ταύ, τα μεν γαρ και πάλαι κατ' αρχάς επί της κοσμοποιίας είρητο ενoμίσθη τε Ιουδαίοις ουκ άλλως ή σωματικώς μόνως διά της πολυτελείας πληρούσθαι. Ημείς δε, ειδότες, ώς έστι και ψυχής έκγονα, διδασκάλων τε παίδες οι μαθητευόμενοι, τοιαύτης αξιούμεν τυχείν ευλογίας, ώς αν αυξηθείημεν και πληθυνθείημεν πλή

" Gen. 1, 28.

« ПредыдущаяПродолжить »