Изображения страниц
PDF
[ocr errors][merged small]

την Εκκλησίαν αυτού α δη πάλαι προλεχθέντα ουδ' άλλως εις έργα κεχώρηκεν ή διά της του Σωτήρος ημών επιφανείας δι' ής οι κατηξιωμένοι της αυτού χάριτος, τα εξ ουρανών σπέρματα ταίς αυτών

ψυχαίς αποδεξάμενοι, καρπούς ευθαλείς παρέχουσιν

τις εν τη Εκκλησία του Θεού τα διάφορα τάγματα

οι μεν ρ' ποιούντες, οι δε ξ, οι δε λ'. Ορών δε των εν Χριστώ προκοπτόντων, την παγκαρπίαν

είσεται των διά της προκειμένης προφητείας θεσπιζομένων.

[ocr errors]

« Ευλογήσεις τον στέφανον του ενιαυτού της χρηστότητός σου, και τα πεδία σου πλησθήσεται πιότητος. » Επειδή κηρύξαι ενιαυτον Κυρίου δεκτόν, και ημέραν ανταποδόσεως εληλυθέναι λέγεται ο Σωτήρ, κατά την φάσκουσαν εξ αυτού προσώπου Γραφήν « Πνεύμα Κυρίου επ' εμέ, ού είνεκεν έχρισέ με ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν - καλέσαι ενιαυτον Κυρίου δεκτόν, και ημέραν ανταποδόσεως . » εικότως και ενταύθα την ημέραν σημαίνει της ανταποδόσεως. "Εστι δε αύτη ο μέλλων επιστήσεσθαι αιών μετά την του ενεστώτος συντέλειαν. Εκείνον τοίνυν τον ενιαυτόν ώσπερ στεφάνω κοσμηθήσεσθαι διά των νεαρών και ώραίων ανθών των μελλόντων εν αυτώ πολιτεύεσθαι, το παρόν θεσπίζει λόγιον φάσκον, « Ευλογήσεις τον στέφανον του ενιαυτού της χρηστότητός σου. » Ο γαρ ενιαυτός εκείνος ο του μέλλοντος αιώνος, χρηστότητος ών Θεού, στέφανον έξει ηυλογημένον, σύμπαντα χορον των αγίων. "Οντινα τέφανον, ευλογήσας, περιθήσεται ο Χριστός του Θεού, τοίς της αυτών γεωργίας άνθεσιν ώραϊζόμενος. Αλλά και αυτός αυτών γενήσεται στέφανος κατά τον Ησαϊαν φήσαντα . Και έσται Κύριος Σαβαώθ ο στέφανος της δόξης. Τότε δε και τα πεδία του Θεού πλησθήσεται πιότητος, και τα όρεα δε της ερήμου τότε πιανθήσεται. "Ετι μην και « οι βουνοί , τότε « αγαλλίασιν περιζώσονται. Και προς τούτοις άπασιν οι κριοί τών προβάτων τους ιδίους ενδύσονται πόκους. Νοήσεις δε ταύτα, την διαφοράν υποθέμενος εαυτώ των σωζομένων ών οι μεν, ώς εν παραθέσει των κρειττόνων τον βίον υποβεβηκότες, αλληγορικό τρόπω πεδία Θεού προσηγορεύθησαν πιότητος πληρούμενα διό λέλεκται. «Τα πεδία σου πλησθήσεται πιότητος, οι δε ήδη ενδιαφόροις αρεταίς ανθούντες όρεα της πριν ερήμου Εκκλησίας ώνομάσθησαν οι, και αυτοί πλουσίως αρδόμενοι εκ του δηλωθέντος ποταμού, πιανθήσεσθαι λέγονται αλλά και οι έτι τούτων υψηλότεροι

Lenignitatis Deianno beatitudinem consequenιur: qui D βουνοι τροπικώς καλούμενοι αγαλλίασιν περιζώσον

[ocr errors]
[ocr errors]

ται. Και τρία μεν ταύτα τάγματα κατά τον μέλλοντα ενιαυτόν της χρηστότητος του Θεού τεύξεται της μακαριότητος τάχα που εξ εκείνων όντες, ών οι μεν επoίoυν ρ', οι δεξ, οι δελ.0ι δε τούτωνεπιστησόμενοι άρχοντές τινες και ηγεμόνες τινές αυτών, εν δυνάμεσιν εξαιρέτοις κοσμηθήσονται διόλέλεκται. « Ενεδύσαντο οι κριοι των προβάτων και αντί του « Ενδύσονται. Κριους δε προβάτων τους άρχοντας τους ήγουμένους των προλεχθέντων νοήσεις, οίτινες ενεδύσαντο ή και μάλλον ενδύσονται. Τι δε ενδύσονται, ημίν καταλέλοιπεν νοείν διδάσκει δε το ένδυμα τούτων ο θείος Απόστολος λέγων «Δεί το φθαρτόν τούτο

[ocr errors]

μεν ενδύσασθαι (1), αλλ' επενδύσασθαι, ίνα καταποθή το θνητόν υπό της ζωής. » Ενδύσονται τοίνυν οι κριοι το έμπρέπον αυτοίς ένδυμα, του φθαρτού σώματος αυτοίς μεταβάλλοντος εις αφθαρσίαν, και του θνητού εις αθανασίαν. Ούτω γούν κατά το παράδειγμα και οι κριοί οίκοθεν επάγονται το ένδυμα, του σώματος αυτούς καρποφορούντος τον πόκον. Αλλά και αυτόν ενδύσονται τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, το εξαίρετον ένδυμα το φώς της θεότητος αυτού περιβαλούμενοι. Έτι μεν και « αι κοιλάδες , τότε « πληθυνούσι σίτον. » Έδει γάρ μηδε των κοιλάδων αμνημονήσαι ανωτέρω μεν γαρ πεδιάδες ώνομάσθησαν και όρεα ερήμου και βουνοί. Επειδή δε εισι και παρά τα λεχθέντα τάγματα άλλοι τινές ταπεινότεροι, και ουκ απόβλητοι μεν της βασιλείας, πλην ώς εν παραθέσει των προλεχθέντων σμικροί και βραχείς, πάντων τε ώς αν είπoι τις, έσχατοι αναγκαίως ουδε τούτων παρήλθε την μνήμην ο λόγος αλλά και αυτους καρπον οίσειν τον επιβάλλοντα διδάσκει λέγων « Και αι κοιλάδες πληθυνούσι σίτον , προφέρουσαι, ή, « την τροφήν, κατά τον Σύμμαχον. · Κεκράξονται.» Τί δε κεκράξονται, ερμηνεύει εξής λέγων « Και γαρ υμνήσουσιν ώσει σαφέστερον ειρήκει Ει γαρ κοιλάδες τυγχάνουσιν, όμως δ' ούν υμνήσουσι τον και αυτοίς των αγαθών πάροχον. Υμνούσαι δε κεκράξονται, παρρησία χρώμεναι και βοή μεγάλη. Βοώσαι δε κραυγή και υμνούσαι ποίας προήσονται φωνάς, ήτας εν αρχή παντός ψαλμού φερομένας « Σοί πρέπει ύμνος, ο Θεός, εν Σιών, και λέγουσαι ; Αναγκαίως δε πρόκειται τό « Κεκράξονται, και γαρ υμνήσουσι,» περί των κοιλάδων, ή και περί των προλεχθέντων απάντων, ώς αν μάθοιμεν, ότι μη περί αισθητών και σωματικών τόπων ο λόγος ταύτα διδάσκει καίτοι και περί τούτων εικός ήν τα προλεχθέντα λέγεσθαι νομίζειν επί τοις αισθητοίς του Θεού δωρήμασιν, ώστ' είναι ευχαριστήριον ύμνον, ώς προς την λέξιν, υπέρ των κατ' έτος ανθρώποις χορηγουμένων τον παρόντα λόγον. Καθ' έκαστον γούν ενιαυτόν ο φιλάνθρωπος και παντός αγαθού δοτήρ Θεός, επισκεπτόμενος την γήν, μεθύσκει αυτήν, άρδων τοίς συνήθεσιν όμβροις, πληροί τε αυτής τους αύλακας ταίς των υετών χορηγίαις. Τά τε γεννήματα αυτής πληθύνων ευλογήσει. Η δε ευφραίνεται, νεαροποιηθείσά τε ανατέλλει. Κάπειτα πληρουμένη παντοίων καρπών, σπoρίμων τε και ακροδρύων στεφανούται, ώς μη αν οκνήσαι κατά τον του έαρος καιρόν εστεφανώσθαι λέγειν αυτην, τά τε πεδία πληθύεσθαι πιότητος και μην και τα όρεα της ερήμου ανθείν, και τους βουνούς αγαλλίασιν περιζώννυσθαι αλλά και τους κριους των προβάτων τοίς εαυτών πόκοις ενδιδύσκεσθαι, αυτάς τε τας κοιλάδας χώρας πολλάκις πληρούσθαι σίτου, και μονονουχί τώ έργω βοάν και τον Θεόν δοξάζειν. Ταύτα δε ει και ότι μάλιστα αισθητώς πληρούται καθ' έκαστον έτος, αλλ' η σύμφρασις της του παντός λόγου ακολουθίας επί την θεωρίαν ημάς αναπέμπουσα αποδίδεικται. Ομου δη ούν τα προλεχθέντα πάντα, λέγω

[ocr errors]

itaque arieles congruenti sibi vestimento, mulato cor ruptibili corpore in incorruptionem, et mortali in inιmortalitatem.Sicilaque secundum exempli rationem, arietes vestimentum sibi producunt, corpore ipso vellus emiιιenιe. Imo vero ipsum Dominum nostrum Jesum Christum induent praestantissimo illo indumen1o, luce nempe deilatis vestiendi. Αd haec autem ιunc « valles abundabunt frumenιο. » Ρar quippe fuit valles non silentio praeterire; nam superius campi, monιes deserti, et colles noιnimatisunt. Ωuia vero alii sunt memoratis ordinibus viliores, mcque lamen ex regno ejiciendi, liceι praedictis comparati, parvi, pusilli, ac, υι ila dicam, posιremi habeanlur ; necesse fuit uι neque eorum mentio praeteriretur, sed eos quoque

[ocr errors][ocr errors]

δε τα πεδία και τα όρεα της ερήμου, οί τε βουνοί και οι κριοι των προβάτων, και προς τούτοις αι αποδοθείσαι κοιλάδες κατά την αποδοθείσαν ερμηνείαν, κατά τε την πρόχειρον διάνοιαν, μίαν αφήσειν φω νην και σύμφωνον μελωδίαν τω Θεώ είρηνται. Διο κατά πάντων ακούση τό « Κεκράξονται και υμνήσουσιν.

[ocr errors][merged small]

missae voces spectant, necessarium est. Praecipit itaque omni terrae, id est, omnibus ιerra elemenιum incolentibus, ne sese Μoysis mandatis et gravi legis jugo subjiciant , sed ea solum, quae in prasenti psalmo jubenιur, peragant, et primo quidem Deo jubilent ; secundo, psallant nomini ejus; tertio, dent gloriam laudi ejus; quarto, dicanι Dco : « Ωuam terribilia sunt opera tua ! » et : « Ιn multiιudine virtutis ιuae mentienιur libi inimicί ιui. » Primum itaque per scientiam et veram cognitionem exsequemur Deo jubilantes, militum instar qui in pellis acclamant et jubilant, quique vocis magniιudine sese ιerribiles et formidabiles inimicis exhibenι. Ωuoniam ergo Servator noster inimicos no

[ocr errors][ocr errors]

στοιχείον οικούσιν άπασι, μη τοίς Μωυσέως παραγγέλμασι και τώ βαρεί ζυγώ του νόμου εαυτούς υποτάττειν μόνα δε τα διά των μετά χείρας κελευόμενα ποιείν και πρώτον μεν αλαλάζειν τώ Θεώ, δεύτερον ψάλλειν τώ ονόματι αυτού, τρίτον δόξαν διδόναι τη αινέσει αυτού τέταρτον λέγειν τώ Θεώ « Ως φοβερά τα έργα σου» καί « Εν τώ πλήθει της δυνάμεώς σου ψεύσονται σε οι εχθροί σου. Το μεν ούν πρώτον δι'επιστήμης και γνώσεως αληθούς επιτελέσωμεν αλαλάζοντες τώ Θεώ, δίκην τών εν πολέμοις αναφωνούντων και αλαλαζόντων στρατιωτών, οι τη δυνάμει της φωνής καταπληκτικούς και φοβερούς εαυτους τοίς πολεμίοις εμφαίνουσιν. Επει τοίνυν τους

[ocr errors]

minum errorem captivas egerant, propellens ac oppugmans, nos omnes milites suos armis adversus eosdem instruiι ; jure precibus ad Deum effusis jubilare, ac gemitibus inenarrabilibus victoria Regis nostri operam dare jubemur. Jubilatio autem per orationes, per theologiam, per sanam et claram cognitionem emittitur, itemque per spirituale sacerdoιium, φuod gratiarum actionibus, in mysteriis Νovi Τestamenti, per universamterram persolvimus, qwando immolationis Αgni Dei commemorationem agentes, hanc implemus prophetiam : « Circuivi et immolavi in tabernaculo ejus hostiam laudis et juΣilationis ". " Ωuare in alio eloquio horum erudiιus populus, beatus praedicatur his verbis : « Βeatus populus qui scit jubilationem ". " Ηoc itaque primum, ιιι necessario praestandum, omnes homines Spiritus sanctus agere jubeι dicens : « Jubilate Deo, omnis ιerra. " Secundo, psallere nomini ejus praecipit, quod a nobis omnibus in locis observari consuetum esι. Νam in omnibus Dei ecclesiis apul genιes constitutis, haec ipsa modulari et psallere, non Graecis tantum, sed etiam barbaris praecipitur. Αlias quoque, allegoriae ritu, corpus humanum, quod ωeu instrumentum animae tradiιum est, psalterium vocari solet : φuo cum pulsatur interior

[ocr errors]

την πολύθεoν πλάνην ήχμαλωτικότας, ελαύνων και πολεμών ο Σωτήρ ημών, και πάντας ημάς τους αυτου στρατιώτας κατ' αυτών οπλίζει, εικότως διά των προς τον Θεόν ευχών αλαλάζειν κελευόμεθα στεναγμοίς τε αλαλήτοις συμπράττειν τη νίκη του Βασιλέως ημών. Γίνεται δε ο αλαλαγμός δι' ευχών, γίνεται και διά θεολογίας, γίνεται δε και δι' υγιούς και τετρανωμένης γνώσεως, γίνεται και διά της πνευματικής ιερουργίας, ήν εν ταις ευχαριστίαις κατά τα μυστήρια της Καινής Διαθήκης καθ' όλης της οικουμένης επιτελούμεν, οπηνίκα, της θυσίας του Αμνου του Θεού την ανάμνησιν ποιούμενοι, την προφητείαν πληρούμεν την φάσκουσαν « Εκύκλωσα και έθυσα εν τη σκηνή αυτού θυσίαν αινέσεως και αλαλαγμού.»

[merged small][ocr errors]
[ocr errors][ocr errors][merged small]

αλληγορίας, το σώμα το ανθρώπειον, ώσπερ όργανον Α homo, membra et sensus ejus scite legi Dei psallere

[ocr errors][ocr errors]

jure dicanιur. Quae igitur ad cognitionem pertinent anima in seipsa per jubilationem exsequebatur, quamobrem ipsi Deo jubilabat; per consuetum autem corpori agendi moιum psallendi ritum exsequebatur : φuare dicitur : « Νοmini ejus. » Laudem quippe nomiui Dei conciliant recte facta, qua a multis conspiciuntur. Τertio, mandatum nobis omnibus, qui ex gentibus ad Dei cognitionem accessimus, ίraditum esι, φuo jubemur gloriam dare, non Deo, satis enim eraι jubilare ipsi; non nomini eius, huic enim psallere jubemur, sed laudi ejus. Laudaules enim ipsum par est non humiliter, nec sine gloria id agere, sed magno cum honore et glorιa. Siquidem praeter cωgnitionem Dei in menιe

[merged small][ocr errors][merged small][merged small][ocr errors]
[ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors]

VεRs. 5, 6. « Venite et videle opera Dei, terribilis in consiliis super filios hominum. » Ut longe dissitis iis qui invocant nomen Dei, uι propius accedant pracipiι dicens: « Venite. · Ωuod ipsum divinus Αpostolus declaravit his verbis : « Ει νeniens annuntiavit pacem vobis qui longe fuistis, et pacem iis qui prope". • Οmnes porro per orbem genιes ad Dei notitiam, eι ad contemplationem operam ejus sermo evocat. Νam procul Deo positae, neque videbant, neque noverant. Ωuamobrem aiι : « Venite eι videle opera Dei : • de quibus supra dictum est : • Dicite Deo : Ωuam terribilia sunι οoera ιua! » Sed olim quiden praecipiebaι dicere : « Ωuam terribilia sunt opera ιua ! » Ωuoniam autem verisimile erat eos, procu! positos, quae essent opera Dei ignorare, hic consequenter eosdem sic alloquitur : « Venite et videte opera Dei. » Cum autem ea videritis, ediscelis, eum terribilem esse in consiliis pro filiis hominum. Ηorum sententiam sic clarius interpretatur Symmachus dicens : « Venite et videte opera Dei, ιerribiles machinationes pro filiis hominum. » Οmnia quippe pro salute filiorum hominum machinatus esι. Sub hacc docet φuanta εpud antiquos illos Deus fecisse narretur. Quaenam νero illa sint, postea declaraι : « Ωui convertit «aare in aridam ; in flumine pertransibunt pede » Secundum Symmachum autem : « Convertit, inquit, mare in aridam; fluvium pertransierunt pede. » Ηaec porro in historia Scripturae feruntur : quae gentibus, ιιιμοιe ignorantibus, necessario enarrantur, ut ediseant, eum qui olim populus Dei erat, in servitute ΑΕgyptiorum aliquando [uisse, et ΑΕgyptiacae idololatriae subjectum , sed Deum pro illis magna eι ιerribilia edidisse, divinitus scilicet immissis plagis ΑΕgyptios verberasse, ipsumque populum a dira servitute liberasse. Haec φuippe erant ιerribilia Dei opera neque ιantum ea ibi edita, sed etiam in mari Rubro : quo in aridam mulato, suos φuidem eripuit, impios vero in profundum peruiciei conjeciι. Ηaec edocίi, heus! vos, inquit, confidite, ac credite eum qui talia pro antiquis illis operatus esι, non imparem futurum ad similia pro vobis agenda. Ωuare " venile et videle opera Dei, , qυalu terribilis siι « in consiliis pro filiis hominum. • Convertit igiιur mare in aridam ; et in Jordane fluvio alia ψuaedam terribilia opera designaviι, φuando demisso lumine pedibus pertransierun1, φui ex deserιo ad islam terram accesseranι. Ιpsis igitur iisdemque calceamentis usi, confidite ipsum Deum spirituales Αίgyptios, damones nempe malignos, qui olim a imas vestras in servitutem

[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors]

« Δεύτε και ίδετε τα έργα του Θεού, φοβερός εν βουλαίς παρά τους υιούς των ανθρώπων. " Ως μακράν αφεστηκόσι τοις καλουμένοις το θείον όνομα πλησίον έρχεσθαι προστάττει λέγον « Δεύτε. * Τούτο δε ο θείος Απόστολος παρίστη ειπών . « Και ελθών ευηγγελίσατο ειρήνην υμίν τοίς μακράν, και ειρήνην τοις εγγύς. » Καλεί δε ο λόγος τα καθ' όλης της οικουμένης έθνη επί την του Θεού γνώσιν, επί τε την θεωρίαν των έργων αυτού. Μακράν γάρ αφεστώτα του Θεού ούτε εώρα, ούτε έγινωσκε. Διόφησι" « Δεύτε και ιδετε τα έργα του Θεού περί ών ανωτέρω ελέγετο « Είπατε τώ Θεώ. Ως φοβερά τα έργα σου! » Αλλά πάλαι μεν προσέταττε λέγειν « Ως φοβερά τα έργα σου! » Επειδή δε εικός ήν αγνοείν τους μακράν αφεστώτας τίνα ήν τα έργα του Θεού, ακολούθως ενταύθα προς τους αυτους φάσκει « Δεύτε και ίδετε τα έργα του Θεού και ιδόντες δί ταύτα μαθήσεσθε, ότι φοβερός εστιν εν βουλαίς υπέρ τους υιούς των ανθρώπων. Τρανώτερον την διάνοιαν απέδωκεν ο Σύμμαχος ειπών . « Έλθετε και ίδετε πράξεις του Θεού, φοβερά μηχανήματα υπέρ υιών ανθρώπων. » Πάντα γάρ υπέρ σωτηρίας των υιών των ανθρώπων έμηχανήσατο. Είτα διδάσκει όσα πρότερον παρά τους παλαιοίς πεποιηκώς ο Θεός ιστορείται. Τίνα δε ταύτα, επιλέγει εξής : « Ο μεταστρέφων την θάλασσαν εις ξηράν εν ποταμώ διελεύσονται ποδί. » Κατά δε τον Σύμμαχον « Μετέβαλε, φησί, την θάλασσαν εις ξηράν ποταμόν διέβησαν ποδί. » Ταύτα δε φέρεται εν τή της ιστορίας γραφή, ά δη αναγκαίως ώς μη ειδόσι τοις έθνεσιν απαγγέλλεται, ώς αν μάθοιεν, ότι και ο πάλαι του Θεού λαός ήν ποτε Αιγυπτίοις δεδουλωμένος, και τη πλάνη της Αιγυπτιακής ειδωλολατρείας υπηγμένος αλλ' είργασται υπέρ αυτών ο Θεός μεγάλα και φοβερά, πληγαίς μεν τους Αιγυπτίους θεηλάτoις μαστίξας, αυτούς δε της πικράς δουλείας ελευθερώσας. Ταύτα γάρ ήν τα φοβερά του Θεού έργα, ου μόνα, αλλά και επί της θαλάσσης της Ερυθράς ήν εις ξηράν μεταβαλών, διέσωσε μεν τους οικείους, τους δε ασεβείς βυθώ παρέδωκεν απωλείας. Ταύτα δε μανθάνοντες, ώ ούτοι, φησί, θαρσείτε, πιστεύοντες, ότι ο τα τοσαύτα εργασάμενος επί των παλαιών ουκ αδυνατήσει τα όμοια και εφ' υμών καταπράξασθαι. Διο « δεύτε και ίδετε τα έργα του Θεού, , ώς φοβερός εστιν « εν βουλαίς υπέρ τους υιούς των ανθρώπων. » Μετέστρεψε γούν την θάλασσαν εις ξηράν και επί του Ιορδάνου δε ποταμού άλλα τινά φοβερά θαύματα ειργάσατο, ότε διήλθον τοις ποσίν, υποσταλέντος του ποταμού, οι από της ερήμου παριόντες επί τήνδε την γην. Τούτοις δη ούν αυτοίς υποδήμασι χρησάμενοι, θαρσείτε, ώς και τους υμετέρους νοητους Αιγυπτίους,

« ПредыдущаяПродолжить »