Изображения страниц
PDF
[ocr errors]

προϊών δε επιλέγει Ηπαλύνθησαν οι λόγοι αυτού υπέρ έλαιον, και αυτοί εισι βολίδες. Τίνα ούν άν τις έχοι δείξαι τον ταύτα τώ Δαυίδ πεποιηκότα; Εξ ών απάντων ηγούμαι μη χώραν έχειν αναφέρεσθαι τα προκείμενα επί τό του Δαυίδ πρόσωπον προφητική δε oίμαι δυνάμει λελέχθαι αυτά, και επί μόνον τον Σωτήρα και Κύριον ημών συνίστασθαι πεπληρωμένα, ότε, κατά το αυτό συναχθέντες οι του Ιουδαίων έθνους άρχοντες επί της Ιερουσαλήμ, συνέδριον εποιήσαντο και σκέψιν, όπως αυτόν απολέσωσιν , εν ξ, οι μεν θάνατον αυτού κατεψηφίσαντο έτεροι δε αντέλεγoν, ώς ο Νικόδημος λέγων Μη ο νόμος ημών κατακρίνει τον άνθρωπον, ει μή τι ακούση παρ' αυτού; Ταύτ' ούν προφητικώς το Πνεύμα το άγιον αποθεσπίζει διά των προκειμένων λέγον "Οτι είδον ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει ήμέρας και νυκτός. Σαφώς δε και η τού Ευαγγελίου γραφή μαρτυρεί τη προφητεία, επί τον προδότην Ιούδαν εκλαβούσα το, Ει ο εχθρός ώνείδισέ με, υπήνεγκα «ϊν και ει ό μισών με, επ' εμέ έμεγαλορρημόνησεν, εκρύβην άν απ' αυτού. Συ δε, άνθρωπε ισό. 1"υχε, και τα εξής. Επει τοίνυν και η σύμφρασις των λόγων ουκ άλλως πεπληρώσθαι αποδείκνυται ή διά των εις τον Σωτήρα πεπραγμένων, ή τε μαρτυρία της ευαγγελικής παραθέσεως επί τον προδότην αναφέρει το προλεχθέν μέρος του αναγνώσματος , ακόλουθον αν είη και ημάς επί τον καιρόν του Σωτηρίου πάθους την παρούσαν εκλαβείν προφητείαν, δείξαι τε έκαστα τών εν ταύτη φερομένων εν καιρώ της κατά του Σωτήρος ημών επιβουλής τέλους τετυχηκότα. Τα μεν ούν της προγραφής και νυν ημάς επί σύνεσιν διεγείρει τών εμφερομένων, και εις το τέλος δε παραπέμπει, δια το επί συντελεία του αιώνος δι' έργων αυτά πεπληρώσθαι. Είρηται δε και εν ύμνοις ή, κατά τον Ακύλαν, εν ψαλμοίς ή, κατά τον Σύμμαχον, διά ψαλτηρίων επειδή το τέλος του πάθους

sermones ejus super oleum, et ipsi sunt jacuία. Ωuemnam proferre quis valeaι qui hac in Davidem egeriι? Εx quibus omnibus aestimo non posse ad Davidis personam haec referri; sed prophetica vi arbi1ror dicta esse, et in uno Salvatore et Domino nostro completa, quando Judaicae gentis principes, Πierosolymae in unum congregati, consessum ac consilium inierunt, quomodo eum perderent : in quo alii quidem capitis damnabant, alii obsistebant, ut Νicodemus qui dicebaι : Νunquid lea nostra judicat fiominem, nisi prius audierit ab ipso ** 2 Ηaec itaque prophetice Spiritus sanctus hisce verbis vaticinaιur. Ωuoniam υidi iniquitalem el contradictionem in civitate die ac nocte. Αperte porro Εvangeliί scriptura prophetiam asserit, haee de proditore Juda accipiens, Si inimicus meus nalediaisseι mihi, susti, nuissem utiφue : et si is φui oderat me, super me magna lοcutus (uisset, abscondissem me forsitan ab eo. Τιι υero homo unanimis, et caetera. Ωuonian ergo verborum seriem non alio modo, φuam in admissis contra Salvatorem facinoribus, impletam esse comprobatur; aιque evangelicae sententiac testimonium memoratam lectionis partem ad prodi, ιοrem refert; consentaneum sane fuerit nos quoque de tempore Salutaris passionis hanc prophetiam accrpere, alque commonstrare singula ibi allata, tennpore insidiarum contra Salvatorem nostrum, finem accepisse. Inscriptionis itaque verba jam ad intelligentiam dictorum nos provocant, aιque ad finem remittunt, quia hacc in consummatiοne saeculi ipso opere perfecta sunt. Dictum vero est, in hψmnis : sive, secundum Αquilam, in psalmis; sive, secundum Symmachum, per psalleria, quia finis passionis Salutaris, propter resurrectionem ac redempίοrun salutem, hyιnnis, psalteriis et canticis celebraιur. Εt hace quidem de inscriptione.

του Σωτηρίου ύμνων και ψαλτηρίων, και ώδών μετείχε της τε αναστάσεως αυτού ένεκα και της σωτηρίας των δι' αυτής λελυτρωμένων. Και τοιαύτα μεν τα της προγραφής.

Τα δε της προφητείας παρακαλεί τον Θεόν ενωτίσασθαι του λέγοντος, και τούτ' αυτό πρώτον παρασχειν είτα δεύτερον, γνωνα την διά της προσευχής αναπεμπομένην δέησιν και ικετηρίαν, μη υπεριδείν τε αυτήν και τρίτον, την κατάστασιν θεάσασθαι του την προσευχήν αναπέμποντος, και ούτως αυτόν καταξιώσαι της εαυτού ακοής διο επιλέγει Πρόσχες μοι και εισάκουσόν μου. "Ωσπερ γαρ δυσωπεί τον Θεόν εαυτόν δεικνυς ο την προσευχήν αναπέμπων, και λέγων τώ Θεώ. Πρόσχες μοι , την δε εαυτού κατάστασιν παρίστησι και εξής λέγων Ε.λυπήθην εν τη αδολεσχία μου, και έταράχθην από φωνής εχθρού, και από θλίψεως αμαρτωλού. Την γαρ λύπην εαυτού δείκνυσι τώ Θεό και την ταραχήν, και ήν φησιν αδολεσχίαν, και ώς άξια της εαυτού θεωρίας. Διό, τούτοις, φησίν, πρόσχες, όπως ελυπήθην, όπως εταράχθην, όπως αδολεσχίας πεπλήρωμαι αποδεξάμενός τε ταύτα, επάκουσόν μου. Λέγει δε

[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors]

ros Judaeorum contra Filium Dei ausus quasi jam Α ταύτα Πνεύματι θείω ο προφήτης, τα κατά του Υιού θώς άξια τα κατά του Σωτήρος δρώμενα θεωρούντα. Α acquaedamterribilia cernentes,verbi gratiainsequen

praesentes prospiciens : quibus confusus et turbaιιιs, dolore et angustia, quam exercitationem νυcat, repletur degebat. Contristatus ergo, conιurbatus, exercitatione et angustia plenus erat ob facinora, quae mox recenset dicens : Vidi iniquitatem et contradictionem in civitale, et caelera, quae posιea opere completa sunt. Praevertens igiιur in Spiritu sancto propheta, contristabatur,conturbabatur, exercitabatur, dolore plenus in eos qui talia aggressuri erant. ΩuamobremίDeum status sui inspectorem esse rogaι dicens : Εraudi, Deus, orationem meam, et ne despereris deprecationem meam : intende mihi et eraudi me. In hac conditione rerum positus, sic deinde precabatur : Ρracipita, Domine, et diuide linguas eorum. Ωueis rogat eorum contra Salvatorem concordiam dissipari, superbiam et arrogantiae ιumorem deprimi, ne ipse aιιereretur, et mala eorum augerentur. Cum porro rationi consentanea postularet, supplicabat ne despiceretur, sed etiam dolore, perturbatione, exercitatione replebatur, dicens, Αυοce inimici et a tribulatione peccatoris, inimici scilicet et peccaloris populi : nam spiritui prophetico molestiam inferebant qui talia audebant. Deinde subjungit : Ωuonian declinαυerunt in me iniquitatem, et in ira molesli erant mihi, ψuae contra Salvatorem gesta sunt ul propria sibi ascrihens. Αιφue ex Salvatoris persona possunt cum alia dici, ιum illud : Quonian declinauerunt in me iniquita12m , et in ira molesti erant mihi, sive, secundum 8ymmachum, Ωuonian inscripserunt contra me impielalem, et cum ira contrarii fuere mihi. Cor meum conturbatum est in me, el formido mortis cecidit super me, et caelera. Ηaec omnia passum se confitetur prophela, quod spiritu prophetico praevidisset, memoratam postea civitatem iniquitate, contradiclione, labore, dolore et injustitia repletam; aιφue unanimem illum et notum Salvatori, pari atque inimici et hostes animo instructum. Suam enim his de rebus commiserationem Deo declarat, aιque raιioni consentaneam perturbationem φuam patiebaιur, de qua superius dicebat : Contristatus sum in erercilatiοne mea, et conturbatus sum, et jam rur. sum : Cor meum conιurbatum est in me, secundum Αquilam vero ait, Cor meum parturiuit in υisceribus meis, secundum vero Symmachum, Cor meum eragitabatur intra me. Sed eliam formido mortis cccidit super eum, id est, Salutaris mortis, ob quam, Propheta humana cogitatione commoιus, sive ob mortem animarum, φuae pro ιali ausu periturae erant, timore replebatur. Imo vero timor eι ιremor, ob pietatis eminentiam, ceeidiι super prophetam, cum videret Dilecιum Dei ιalia ab impiis patientem. Τenebrae autem contexerunt eum, sive, secundum Αquilam , oonυolutio; aut, secundum Symmachum, horror, utpote qui horrenda ac ιenebris digna contra Salvatorem gesta cerneret. Haec yorro dicta eorum exemplo, φuae nobis in somniis Contingunt, intelligas. Νam plerumque somniantes,

του Θεού μέλλοντα υπό Ιουδαίων τολμάσθαι, ώς ήδη παρόντα βλέπων εφ' οίς συγχεόμενος και ταραττόμενος, λύπης τε πληρούμενος και αμηχανίας, ήν αδολεσχίαν ώνόμασε, διετέλει. Ελυπείτο γούν και εταράττετο, και ήδoλέσχει αμηχανών και απορών επί τοις τολμωμένοις, ά μικρον ύστερον διέξεισι φάσκων, Είδον ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει, και τα εξής άπερ, ύστερόν ποτε δι' έργων κεχωρηκότα, προλαβών τώ Πνεύματι τώ αγίω ο προφήτης, ελυπείτο και εταράττετο και ήδολέσχει, αθυμίας εμπιπλάμενος επί τοις τα τοιαύτα τολμώσι. Διό και τον Θεον επόπτην της εαυτού καταστάσεως γενέσθαι παρακαλεί λέγων Ενώτισαι, ο Θεός, την προσευχήν μου, και μη υπερίδης την δέησίν μου πρόσχες μοι και εισάκουσόν μου. Εν τοιαύτη δε γεγονώς καταστάσει, ήξίου λέγων εξής Καταπόντισον, Κύριε, και καταδίειλε τάς γλώσσας αυτών δι' ών ικέτευε την συμφωνίαν αυτών την κατά του Σωτήρος διασκεδασθήναι, την τε μεγαλαυχίαν αυτών και το της αλαζονείας έπαρμα ταπεινωθήναι, προς το μη επιτρίβεσθαι, και αύξειν αυτών τα κακά. Εύλογα τοίνυν αιτών, διά της δεήσεως ήξίου μη υπεροραθήναι αλλά και λύπης επληρούτο και ταραχής, και αδολεσχίας, φάσκων . Από φωνής εχθρού και από άλίψεως αμαρτωλού, εχθρού δηλαδή και αμαρτωλού λαού θλίψιν γάρ παρείχον τώ πνεύματι τώ προφητικώ οι τα τοιαύτα τολμώντες. Είτ' επιλέγει εξής : "Οτι εξέκλιναν επ' εμέ ανομίαν, και εν αργή ενεκότουν μοι, ιδιοποιούμενον τα κατά του Σωτήρος τετολμημένα. Και εκ προσώπου δε του Σωτήρος δύναται λέγεσθαι τά τε άλλα και τό . Ότι εξέκλιναν επ' έμε ανομίαν, και εν οργή ενεκότουν μοι ή κατά τον Σύμμαχον "Οτι επέγραψαν κατ' εμού ασέβειαν, και μετ' αργής ήναντιώθησάν μοι. Η καρδία μου εταράχθη εν εμοί, και δειλία θανάτου επέπεσεν επ' εμέ, και τα λοιπά. Πάντα ταύτα πεπονθέναι ο προφήτης ομολογεί, δια το προεωρακέναι τώ πνεύ: ματι τώ προφητικώ την εξής δηλουμένην πόλιν ανομίας πληρουμένην και αντιλογίας, και κόπου, και πόνου, και αδικίας και τον ισόψυχον και γνωστόν του Σωτήρος ημών τα εχθρών αυτόν και πολεμίων τιθέντα. Επί τούτοις γαρ την συμπάθειαν αυτού δείκνυσι τώ Θεώ, και ήν υπέμεινεν εύλογον ταραχήν

[ocr errors]

άδολεσχία μου, και έταράχθην και νυν πάλιν Η καρδία μου έταράχθη εν εμοί κατά δε τον Ακύλαν, Η καρδία μου, φησίν, ώδίνησεν εν εγκάτω μου κατά δε τον Σύμμαχον Η καρδία μου διεστρωφάτο ένδον μου. Αλλά και δειλία θανάτου εισέπεσεν επ' αυτόν ήτοι του Σωτηρίου θανάτου, εφ' ώ δειλίας ο προφήτης επληρούτο, ανθρωπίνω λογισμώ κινούμενος, ή του των ψυχών θανάτου των απόλλυσθαι μελλόντων δια τα τοιαύτα τολμήματα. Αλλά και φόβος και τρόμος δι' υπερβολήν ευλαβείας επέπιπτε τώ προφήτη, ορώντι τον Αγαπητόν του Θεού τοιαύτα υπό των ασεβών πάσχοντα. Εκάλυπτέ τε αυτόν σκότος, ή, κατά τον Ακύλαν, ειλίνδησις ή, κατά τον Σύμμαχον, φρίκη ώσανει φρικτά και σκότους αλη

Νοήσεις δε τα λεγόμενα εκ παραδείγματος των κατά τους ονείρους ημίν συμβαινόντων έπει πολλάκις ονειρώττοντες, κάπειτά τινα ορώντες φοβερά, ή θήρας διώκοντας, ή ερπετά, ή πολεμίους επιόντας ημίν, θορυβούμεθα την ψυχήν και εξιστάμεθα, τρόμου και αγωνίας, και ιδρώτος εμπιπλάμενοι. Κατά τον αυτόν γαρ, oίμαι, τρόπον και την του προφήτου ψυχήν τών μηδέπω παρόντων, μελλόντων δε γίγνεσθαι

ιes feras, vel reptilia, vel inimicos irruentes, animo ιurbamur et obstupescimus, terrore, concertatione ac sudore repleti. Εodem arbitror modo prophetae animam, guae nondum praesentium, sed futurarum rerum contemplationem expressam prophetici spiritus lumine in mentis oculis percipiebat, ιurbatam, aιque ob malorum φuae videbaι exsuperantiam, timore, metu terroreque repletam esse.

πραγμάτων, την θεωρίαν φωτί του προφητικού πνεύματος τοίς της διανοίας οφθαλμοίς εντυπουμένην ορώντατεταράχθαι, και φόβου και δειλίας, και τρόμου πεπληρώσθαι διά την τών θεωρουμένων κακών υπερ

[ocr errors][ocr errors][ocr errors]

γαρ αν εποίησα, φησί, την αναχώρησίν μου, ει έτυχον πτερύγων, φεύγων τους τα προλεχθέντα τολμώντας, και τας ερήμους μάλλον της ειρημένης πόλεως προετίμων. Ούτως τε εν τη ερήμω γεγονώς, προσεδεχόμην άν τον σώζοντά με από τής γενομένης μοι ολιγοψυχίας, και από της καταλαβούσης με καταιγίδας. Καταπόντισον, Κύριε, και καταδίειλε τάς γλώσσας αυτών, και τα εξής. Την αιτίαν δι' ήν ηύξατο πτερύγων τυχείν, ώς αν πετασθείη και φύγοι, έρημόντε μάλλον οικείν ελέσθαι ή την δηλουμένην πόλιν, διά των προκειμένων διδάσκει λέγων. Επειδή τάδε και τάδε προγνώσει του προφητικού πνεύματος εθεασάμην πραχθησόμενα εν τη πόλει, τούτου χάριν εντεύθεν ήδη φεύγειν διανενόημαι την των κακών πληθύν. Πρώτον γαρ ασέβημα των την προλεχθείσαν πόλιν οίκησάντων ορώ το εκ της γλώττης αυτών, Πάντες γαρ ώξυναν εαυτών επί κακώ συμφωνήσαντες τάς γλώττας κατά του Υιού του Θεού διο, μη φέρων αυτών την μοχθηραν ταύτην και ασεβή συμφωνίαν, εύχομαι λέγων Ω Κύριε, καταπόντισον και καταδίειλε τάς γλώσσας αυτών. Η, κατά τον Σύμμαχον Καταποντισθήναι ποίησον, Δέσποτα, και ασύμφωνον ποίησον την γλώσσαν αυτών, Της γαρ μοχθηράς συμφωνίας πολύ κρείττον γένοιτ' αν η ασυμφωνία, ατονωτέραν και ασθενεστέρανκακίαν απεργαζομένη. Τούτο μεν ούν το πρώτον ήν αυτων κακόν, οί τε γαρ του έθνους προεστώτες , νομοδιδάσκαλοι και αρχιερείς, και λοιποί άρχοντες του λαού, δολίως αυτό προσιόντες, πειράζειν αυτόν ετόλ

Σ)einde quasi medius interceptus ille inter talium facinorum auctores, cum nullum perfugium haberel, neque quo declinaret ab ingruentibus malis, precatur se sublimem elevari, alque volucris instar per aerem efugere. Ωuamobrem aiι :

VΕRs. 7-12. Ει diri : Ωuis dabit mihi pennas sicμι columbαι, ει υolabo, et requiescam ? Ρennasinstar columbae innoxiae ad fugiendum et volandum petehat, uι malis se proriperet. Ιdeoque superius hac de causa dicebat, Εταιιdi, Deus, orationem meanι, ut alas columbae obtiueret, et volaret : hoc quippe modo tantum, et non alio, a civitate impiorum procul recedere poterat. Secundum Symmachum auιem : Ει diri : Ωuis dabit mihi pennas sicut columbae αd υolandum et insidendum ? Longe (ecissem secessionem meam, mansissem in soliιudine. Confeslim effugissem elevante me spiritu; longe quippe fecissem secessionem meam, ait, si alas oblinuissem, fugiens ab iis qui jam dicta aggredi audebanι, aιφue solitudines praefalae civitaii anleιulissem. Sic in deserto constitutus erspectabam eunι, φui salυunι me facίι α pusillanimitale quae me invadebat, et a tempestate φuae me interceperat, Pracipita, Do. mine, et diuide linguas εorum, et caclera. Causann aperit cur alas oblinere rοgaveriι ad volandum e! effugiendum, et cur solitudinis habitationem memoratae civitati antelulerit, his uleus verbis : Ωuoniam hac et illa ex prophetici spiritus praescientia in civitate gerenda esse cognovi; ideo hinc efugere et malorum multitudini me subducere cogitavi. Ρrimam enim impietatem futurorum ejusdem civitatis incolarum, ex lingua eorum profecturam video.

D Οmnes quippe in malo consentienιes, linguam sualn

exacuerunt contra Filium Dei : quare impiam eorum et sceleratam concordiam non ferens, haec precor : 0 Domine, pracipiια et divide linguas εοrum, sive, secundum Symmachum, Fac demergi, Domine, et discordem pone linguam eorum. Νam sceΙerata concordia mulιo praestaιιιior discordia fuerit, quae infirmiorem debilioremque maliliam reddaι. Hoc primum malorumineraι ipsis. Νam magistrattis gentis, legis doctores, principes sacerdoιum ac reliqui populiprincipes aleum cum dolo adeunιes,ipsum ιentare audebant, occasionem captantes, et insilias in eum struenιes. Ωuod alius quoque subindicabaι psalmus, ex ejusdem persona 1alia fatus : Circuυι dederun me tauri multi, vituli pingues obscderun! σι rugiens". Νam ibi quoque principes populiadumbrabat : quamobrem rursus os eorum memorat, ρb consilia eι insidias eorum adversum se struCtaS. και ώρυόμενος. Κακεί γαρ τους άρχοντας ηνίττετο διά τας κατ' αυτού επιβoυλάς τε και σκέψεις. Ει sane cujusmodi voces ad Ρontium Pilatum totus Judaeorum populus contra eum ediderit, narranι Εvangelia. Ωuod item in vicesino primo psalmo declarabat dicens : Ωιιoniam circumdederunι rne canes multi, εoncilium malignantium obsedit 1ne". Ει haec omnia in memorata urbe gerebanιur: φuare in praesenti dicitur, Praecipita, Domine, et divide linguas eorum. Deinde subjungiι : Ωuoniam υidi iniquitatem el contradictionem in civitate : die ac nocle circumdabit eam, et caetera; pro quibus Symmachus sic interpretatus est : Ωuonianι υidi rioΙentan iniquilatem et injustitiam in civitate, die ac nocte circumdantenι muros ejus, dolorem et miserianι ιntra ipsam, improbilates inίra ipsam, inseparabile a plateis ejus damnum et insultum. Iniquitatis auιem opera erant, admissa in Salvatorem scelera, eι violenta vere iniquitas. Νam pro eo me diligerent, inquit, detrahebant mihi, et posuerunt aduersum me mala pro bonis, et odium pro dilectione mea "". Contradictio autem et injustitia apud illos erat, multis lestibus contra eum accedentibus, niInilque verum ant consentaneum dicentibus. Ηaec vero non die solum. sed noctu quoque gerebanιur. Sic enim noctu quoque Petrus abnegat, φuando Judas cum 13ternls et lampadibus accessiι. Νox item erat cum modo ad Αnnam, modo ad Caipham addιιcebant eum, nullis non contumeliis afficienles. Μane autem facto, ligantes addurerunt eum et tradiderunt Pilato", et cactera φuae passionem spectant, egerunι. Ωuae omnia spiritu prospiciens prophela sic vociferabatur : Quoniam υidi iniφuitatem et contradictionem in ciυitate, die ac nocle circumdanles ipsam, secundum Symmachum. Ει haec quidem in civitate. Circa muros ejus aulem iniquitas et labor, sive secundum Symmachum, dolor et miseria : significatque ea qua extra urlem gesta sunt, cum elucenles ipsum aduluxerunt in locum dictum Golgolha. Ει quae foris acta sunt talia erant, plena sane dolore ac miseria : quae vero inιus, improbitale, inquit, damno et insultu replela vidi, injustitia item in medio ejus, et non defecit er plateis ejus τιsura et dolus, pro μιο Αquila, debitum et insultum interpretatus esι; Symmachus vero, damnum et insultum. Οmni quippe malorum genere implebanιur φui insidias in Salvatorem nostrum struxerunt.

[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]

του λαού διο πάλιν του στόματος αυτών εμνημόνευε

[ocr errors]

Και ο πάς δε των Ιουδαίων λαός οποίας επί του Ποντίου Πιλάτου κατ' αυτού προσήκατο φωνάς, ιστορεί τα Ευαγγέλια. "0 δη και αυτό παρίστη εν κα' ψαλμώ ο ειπών "Οτι έκύκλωσάν με κύνες πολλοί , συν-αγωγή πονηρευομένων περιέσχον με. Και ταύτα πάντα εν τη δηλουμένη επράττετο πόλει διό λέλεκται εν τοις προκειμένος Καταπόντισον, Κύριε, και καταδίειλε τάς γλώσσας αυτών. Είτ' επιλέγει Οτι είδον ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει ήμέρας και νυκτός κυκλώσει αυτήν, και τα εξής ανθ' ών ο Σύμμαχος τούτον ήρμήνευσε τον τρόπον οτι έθεώρησα βίαιον αδικίαν και αδικασίαν εν τή πόλει, ήμέρας και νυκτός κυκλούντα αυτής τα τείχη, οδύνην και ταλαιπωρίαν ένδον αυτής, επηρείας ένδον αυτής, αχώριστον από των πλατειών αυτής ζημίαν και επίθεσιν. Ανομίας δε έργα ήν τα κατά του Σωτήρος τολμώμενα, και βίαιος ώς αληθώς αδικία. Αντί γάρ του αγαπάν, φησίν, ενδιέβαιιλόν με και έθεντο κατ' εμού κακά αντί αγαθών, και μίσος αντί της αγαπήσεώς μου. Αντιλογία δεήν εν αυτοίς και αδικασία, πολλών μαρτύρων παριόντων κατ' αυτού, και μηδεν αληθες σύμφωνον λεγόντων. Και ταύτα επράττετο ου δι' ημέρας μόνον, αλλά και διά νυκτός. Ούτω γαρ εν νυκτί Πέτρος αρνείται, ότε Ιούδας μετά φανών και λαμπάδων επήει. Αλλά και νυξ ήν ότε απήγον αυτόν ποτέ μεν προς Ανναν, ποτέ δε και προς Καϊάφαν, ύβρεσι παντοίαις ατιμάζοντες. Πρωϊας τε γενομένης, δήσαντες αυτόν ήγαγον και παρέδωκαν Πιλάτω, τά τε κατά το πάθος ενήργουν. "Αδή πάντα τώ πνεύματι προϊδών ο προφήτης, ανεφώνει λέγων "Οτι είδον ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει ήμέρας και νυκτός κυκλούντα αυτήν, κατά τον Σύμμαχον. Και ταύτα μεν εν τη πόλει περί δε τα τείχη αυτης ανομία και κόπος, ή, κατά τον Σύμμαχον, οδύνη και ταλαιπωρία. Σημαίνει δε τα εκτός της πόλεως πεπραγμένα, όπηνίκα κατεξαγαγόντες αυτόν ήγαγον εις τον λεγόμενον τόπον Γολγοθά.

[ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors]
[ocr errors][ocr errors]

τους εχθρούς κρύπτεσθαι τε απ' αυτών δυνατόν, και μηδέν ξένον ηγείσθαι τους των εχθρών ονειδισμούς , όταν δε φίλος ισόψυχος, όταν ο της παρ' εμοί τιμής τε και εκλογής κατηξιωμένος, όταν ομοτράπεζος μαθητής, όταν ο συνεισελθών εμοί πολλάκις εις τον του Θεού οίκον, συμπροσευξάμενός τε και μυστικής απολαύσας τροφής, λόγων τε απορρήτων των περί της βασιλείας των ουρανών μετασχών, τοιαύτα κατ' εμού δρών, ουκέτ' αν γένοιτο ανεκτά. Ταύτα δε ακολούθως μετά τα προλεχθέντα περί των εν τη πόλει τετολμημένων, ιδίως περί του προδότου Ιούδα εθεσπίζετο, "Αδη και αυτά τούτον ο Σύμμαχος ήρμήνευσε τον τρόπτον Ου γαρ εχθρός προεπηλάκισέ με, ίνα βαστάξω ουδε διά μίσους μοι επ' εμέ έμεγάλυνε πτερνισμόν, ίνα κρύβωμαι αυτόν. Αλλά σύ, άνθρωπε, όμοιότροπός μοι, συνήθης και γνώριμός μοι, οίτινες εκοινολογούμεθα γλυκείαν όμιλίαν εν τώ οίκω του Θεού αναστρεφόμεθα συνδιαιτώμενοι, Ε.ιθέτω θάνατος επ' αυτούς, και καταβήτωσαν εές άδου ζώντες ότι πονηρία εν ταής παροικίαις «υτών, εν μέσω αυτών. "Ηδη πολλάκις ημίν και διά των έμπροσθεν αποδέδεικται, ότι τα προβόητικά προστακτικό τρόπω έθος τη θεία Γραφή προφέρεσθαι" και ενταύθα τοίνυν αντί του, Ε.λεύσεται θάνατος επ' αυτούς, και καταβήσονται εις άδου ζώντες, προστακτικώς είρηται τα προκείμενα. Θεσπίζει δε το Πνεύμα το άγιον τα συμβησόμενα τοίς τα προλεχθέντα τετολμηκόσιν. Ο γούν Ακύλας ορθότερον ήρμήνευσεν είπών Επάξει θάνατον έπ' αυτούς. Τις δε θάνατον επάξει αύτους ή τα έργα αυτών; Αυτά γαρ αυτοίς αίτια γεγένηται θανάτου, ή ο κρίνας αυτους θανάτου άξιους διά τάς ασεβείς πράξεις αυτών. Θάνατος δε τους ασεβείς μετερχόμενος ουχ ο κοινός άν λέγοιτο ούτος γαρ και τους δικαίους άπαντας μετήλθεν οί και μετά τον κοινον θάνατον ζώσι παρά τώ θεώ ώσπερ ούν εδιδαξεν ο Σωτήρ είπών Θείς Αέραάμ, και ό Θεός Ισαάκ, και ό Θεός Ιακώβ, ευκ έστι Θείς νεκρών, αλλά ζώντων φυχών δε θάνατος και παρά τώ Εζεκιήλ δεδήλωται φάσκοντι" Τεχή άμαρτάναυτα , αύτη αποθανείται. Επει

[ocr errors]
[ocr errors]
[merged small][ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]
[graphic]
« ПредыдущаяПродолжить »