Изображения страниц
PDF

populi prescientiam complectens, non psalmus Α στασιν, και των εθνών απάντων την κλήσιν της τε

inscribatur? De iis quippe, uίpote de ingentibus bonis, gaudens Spiritus sanctus psalmodiam aggreditur. VΕRs.2. Deus Deus meus, respice in me : quare me dereliφuisti? longe a salute mea verba delicίorum meorum. Cum in Ηebraico exemplari illud, respice in me, non comparea sed in solis Septuaginla Ιnterpretibus primo versui inseratur, jure a Salvatore nostro hacc vociferanιe praetermissum est.

Αc mihi, φuaeso, perpendas quo pacto reliqui omnes interpretes delictorun non meminerint : neque enim consentaneum erat personae Salvatoris nostri delicta ascribere, φui peccαιum non (ecit, nec inventus est dolus in ore ejus". Ιs vero pro iis e populo qui lacrymis ac fletu digna admittebant, pro apostolo suo Juda, lapso et a propria dignilate depulso, lugens haec assidue clamabat : Longe α salute mea υerba gemituum meorum. Voces, inquit, et verba rerunn a me semper pro populo gestarum, a salute mea longe remota sunt, cum nihil utilitatis populo accesseriι ex ea guam ipsis procuravi salute. Αt ne videamur ex curiosa aliqua indagatione reliquos interpretes secuti, eos qui alia ratione psalmum interpretantur coarguere, Septuaginla virorum interpretatione utemur. Νam illi quoque hanc lectionem observantes et animadvertentes, Ιhunc psalmum Christo non congruere dixerunt. Αudiant itaque Joannem sic clamantem : Εcce Αgnus Dei, φuί ιolfit peccatum mundi", et divinum Paulum ita loquentem : Ωui peccatum non noverαι, pro nobis peccatum (eciί, μι nos efficeremurjustitia Dei in ipso"; et rursum : Christus nos redemit de maledicιο legis, facιus pro nobis maledictum ". Ιgitur quemadmodum fons justitiae cum sit, peccata ipse nostra suscepit; et cum sit benedictionis pelagus, ingruentem nobis maledictionem accepit, atque contemptis opprobriis crucem sustinuit : sic pro nobis rationem reddidit. Si eiiim statutam nobis disciplinam lubens ipse subiit ; nam disciplina pacis nostra super eum, at ait propheta" : multo magis ratiοnes pse nostras pro nobis retulit, atque clamat: Longe a salute mea rationes delictorum meorum. Νe, inquit, naturae peccala respicias.

[merged small][ocr errors][ocr errors]

Ο

γενεάς και του τεχθησομένου λαού την πρόγνωσιν; Επί τούτοις γαρ ώς επί μεγάλοις αγαθοίς συγχαίρον το Πνεύμα το άγιον την ψαλμωδίαν ποιείται, Ο Θεός ο Θεός μου, πρόσχες μοι ίνα τί εγκατέλιπές με, μακράν από της σωτηρίας μου οι λόγοι των παραπτωμάτων μου. Μη προκειμένου δε εν τώ Εβραϊκώ τού, πρόσχες μοι, ο δή κατά μόνους τους Εβδομήκοντα προσέκειτο τώ πρώτω στίχω, ακριβώς και υπο της φωνής του Σωτήρος ημών παραλέλειπται. Και θέα τίνα τρόπον εν πάσι τούτοις ουδαμού παραπτωμάτων εμνημόνευσαν οι λοιποί ερμηνευταί ουδε γαρ ήρμοζε παραπτώματα εφαρμόζειν τώ του Σωτήρος ημών προσώπω, δς αμαρτίαν ουκ έποίησεν, ουδέευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού. Υπέρ δε των κλαυθμών και θρήνων άξια πραττόντων εν τώ λαώ, υπέρ δε του αποστόλου αυτού Ιούδα, του εξολισθήσαντος και της οικείας αξίας αποπεσόντος, οδυρόμενος διετέλει βοών Μακράν από της σωτηρίας μου οι λόγοι των οδυρμών μου. Οι γάρ λόγοι, φησί, των έμών, των υπέρ του λαού πάντοτε γινομένων, της έμής σωτηρίας μακράν γεγόνασιν, ουδέν ώφεληθέντος του λαού από της εξ εμού προξενηθείσης αυτοίς σωτηρίας. "Ινα δε μη δόξωμεν, τοις άλλοις ερμηνευταίς ενταύθα κεχρημένοι εκ περινοίας, τους ετέρως τον ψαλμόν ήρμηνευκότας ελέγχειν, τή των Εβδομήκοντα ερμηνεία χρησόμεθα ταύτη γάρ κάκείνοι τηρήσει προσεσχηκότες, ουκ έφασαν αρμόττειν τον ψαλμόν τώ Κυρίω. Ακουσάτωσαν τοίνυν Ιωάννου βοώντος "Ιδε ό αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου του δε θεσπεσίου Παύλου λέγοντος, Τον μή η νόντα άμαρτίαν, υπέρ ήμων άμαρτίαν εποίησεν, ίνα ήμείς γενώμεθα Θεού δικαιοσύνη εν αυτώ και πάλιν Χριστός ήμάς ήγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου, γενόμενος υπέρ ή μών κατάρα. Τοιγαρoύν ώσπερ δικαιοσύνης υπάρχων πηγή, την ημετέραν αμαρτίαν ανέλαβε, και ευλογίας ών πέλαγος, την επικειμένην ημίν εδέξατο κατάραν, και σταυρόν υπέμεινεν αισχύνης καταφρονήσας ούτω και τους υπέρ ημών εποιήσατο λόγους. Ει γάρ την ώρισμένην ημίν παιδείαν υπήλθεν εκών, παιδεία γαρ ειρήνης ήμων επ' αυτόν, ή φησίν ο προφήτης πολλώ μάλλον τοίς υπέρ ημών ανθ' ημών έχρήσατο λόγοις,

D και βοά Μακράν από της σωτηρίας μου οι λόγοι των παραπτωμάτων μου. Μη αποβλέψης, φησιν, εις, τα της φύσεως πλημμελήματα.

[ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]

Α VεRs. 4. Τu autem in sancto habitas, laus Israel. Ε! vero tu in omnibus sanctis habitas, ac εemper Cum illis versans, exaudis eos. In hacigitur re laus Israelis, videlicet cujusque sancti, esse consuevisti. Ωuodsi in omnibus sanctis Deus habitet, mulιο certe magis in Unigenito suo, φuem sane libentius exaudilurus est.

VΕRs. 5-7. In te sperauerunt patres nostri, spe"αυcrunt, et liberasti eos. Αd le clamauerunt, sαίτι Ιαoti sunt, in te sperauerunt, et non sunt confus". Ειsi, inquit, bene noverim omnes ιuo auxilto fidentes patres nostros nequaquam spe lapsos esse, et cum le in adjutorium evocaverunt, providentia ιua politos esse : Εgo sane sum τermis et non homo, opprobrium hominis et abjectio plebis. Vermis omnium animalium vilissimum censetur, atque a corruptione corporum exsistentiam habet; si quid vero tetigerit, id in corruptionem et exitium ducit. Ηujus meminit Isaias dicens : Νoli tinιere, υermis Jacob, et φuam minimus Ιsrael: ego auriliatus sunι tibi, dicit Dominus redemptor ιuus, sanctus Ιsrael. Εcce (eci le φuasi rotas currus triturantes, noυαs, ad modum serra adornatas. Ει triturabis montes et com. minues colles, φuasi pulverer» pones. Ει υentilaθis, et uentus tolleι eos, et turbo disperge! eos. Τι υero ersullabis in Domino". Ωuibus verbis prophetia, dum vermem vocavit, eι propιer vilitatem ac parvitatem animalis quam minimum dixit, virιuιem ejus magnam adjunxit : Τriturabis, inquit, montes, et comminues colles, et quasi puluerem pones, et ventilabis. Cum igitur Salvator memorata proΙert verba : Εqo autem sum υermis, et non homo, vilitatem, infirmitatem, abjectam passionis suae conditionem declarat, alque adversariarum potestaιum exitium ab se iis inferendum. Futurum quippe erat, ut postquam mortem subiissel, atque in ipso mortuorum loco consisteret, adversarias potestates vermis instar corruptioni traderet. Αlio quoφτιe modo dixeris, ideo vernem ipsum eι non hominem vocalum, quod non hominum ritu, ex masculi οι feminae congressu, carnis ortum habuerit. Τertio item modo, mortem indicat suam, et exanimaturιι cadaver. Ωuamobrem infert : Εgo autem sum υermis, et non homo, opprobritιm hominum et abjectio plebis. ΙΟ Ωui mortuus enim est, non ultra homo. Verum si

omnino mortuus fuisset, satis erat dixisse: Εgo au

ιem sum non homo : sed quia quadam vi morti

exitiosa instructus erat, jure vermem et non ho

minem sese vocavit. Revera Salvator et Dominus

noster omnium opprobrium fuiι, φui contumelio

sam pro nobis crucem admisit. Ωuare alia prophe

ιia ex ejusdem persona sic Κοquitur : Οpprobria er

probrantium tibi ceciderunι super me ". Αlii itaque

homines contumeliose ipsum tempore passionis ha

[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors][ocr errors]

δένωμα αυτόν εκτήσαντο. Ποίον δε τούτο ή ο εκ περιτομής λαός , Διο επιλέγει εξής, και εξουδένωμα λαού. Διαπαίζοντες γαρ αυτόν ούτοι και χλευάζοντες, έλεγoν Ουά, ο καταλύων τον ναόν, και εν τρισιν ήμέραις οικοδομών αυτόν. Α.λ.λους έσωσε, σωσάτω εαυτόν. Ει βασιλεύς του Ισραήλ έστιν, καταβάτω νύν από του σταυρού, και πιστεύσομεν αυτώ. Περί των αυτών και τα εξής επιφέρει λέγων. Πάντες οι θεωρούντές με εξεμυκτήρισάν με ελάλησαν εν χείλεσιν, εκίνησαν κεφαλήν. Η.λπισεν επί Κυρίω, βυσάσθω αυτόν σωσάτω αυτόν, ότι θέλει αυτόν. Και ταύτα επληρούτο κατά τον καιρόν του σωτηρίου πάθους, καθ' όν ιστορεί λέγων ο Ματθαίος

Β οι δε παραπορευόμενοι έβλασφήμουν αυτόν κι

[ocr errors][ocr errors]

D ώνόμασε, τους δε των λαών ηγουμένους ταύρους. Και

[ocr errors]
[ocr errors][merged small]
[ocr errors][ocr errors][merged small][merged small][ocr errors][ocr errors][merged small]

Και μέντο και τώ Θωμά των ήλων τους τύπους υπέδειξε, και την από της λόγχης πληγήν τότε δε εξηρίθμησαν πάντα τα οστά μου τουτέστιν, ούτω διέτειναν προσηλούντες, ώστε ράδιον είναι τώβουλομένω και τον των οστών αριθμόν διαγνώναι. Αυτοί δε κατενόησαν και επείδόν με αντί του επιτωθάζοντες και γελώντες . Διεμέρισαν τα ιμάτιά μου εαυτοίς, και επί τον ιματισμόν έβαλον κλήρον" και τούτο δε σαφέστερον ή των ιερών Ευαγγελίων ιστορία διδάσκει. Οι φοβούμενοι τον Θεόν, αινέσατε αυτόν άπαν το σπέρμα Ιακώβ, δοξάσατε αυτόν φοβηθήτωσαν αυτόν άπαν το σπέρμα Ισραήλ. Του παντός Ιουδαίων έθνους εις τρία τάγματα διηρημένου, πρώ

[ocr errors]
[ocr errors]

τον μεν εις το κοινόν πλήθος του έθνους, όπερ έκα- D gentis plebem, φua, vocabatur Israel; secundo in

λείτο Ισραήλ έπειτα εις το ιερατικόν, όπερ ήν οίκος Ααρών, και τρίτον εις το τών ιερέων υπηρετικον, όπερ ήν oίκος Λευί. Τα τρία καταριθμησάμενος έτερος ψαλμός, έτερον τάγμα τέταρτον παρά τα προειρημένα εισάγει, το τών φοβουμένων τον Κύριον. Τούτο δε ήν το εξ εθνών επί τον Θεόν επιστρεφόντων."Εφη γάρ Οίκος Ισραήλ, ευλογήσατε τον Κύριον ομοίως δε και οικος Ααρών, και οικος Λευί επι τέλει δε οι φοβούμενοι τον Κύριον. Αλλ' εν τούτω μεν προετάττοντο των φοβουμένων τον Κύριον οι εκ

[merged small][ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]

Salvatoris resurrectionem, Israeli anteponunιur ii Α τήρος προτάττονται του Ισραήλ οι φοβούμενοι τον

qui timent Dominum. Νam quia ipse dixerat (vers. 25): Νarrabo nomen tuum fratribus meis, in medio Εcclesia laudabo le, δportuiι primo Εcclesiae suae populis hymnum attribui : hique erant gentiles ipsius ope salutem nacti. Ωuos his verbis adnotat, Ωui limetis Dominum, laudate eum. Αιque apposite admodum fratribus ac discipulis suis, utpote praestantioribus ac virtute majore praeditis, paternum nomen enarraturum se pollicatur; at Εcclesiae suae populique multitudini nequaquain paternum illud nomen tradit : non enim illi recipiendo pares erant : sed hymnum edocet illos ; deinde semen Jacob jubet Dei gloriann praedicare ; secundumque ordinem illum Judaicum constituit, nimirum post gentilem populum. Quos quidem Judaeos non Jacob appellat , sed semen Jacobi et Israelis : idque e re et accurate, propter eorum ex patriarcha originem. Νon enim ob paternum illud studium, neque ob aliquam cum patre suo similitudinem, digni erant qui Jacob nuncuparentur, sed seminis causa id nominis sortiebantur : Ωuonian non spreυit neque desperit deprecationem pauperis : nec αυertiί (aciem suam a me, et cum clamarem ad eun eraudiuiί 1)!", VΕRs. 26, 27. Εdent pauperes et saturabuntur, et laκdabunt Dominum φui requirunt eum, υirent corda eorum in sacculum saculi. Ηic dicit, cdent, in sequentibus vero, manducauerunt et adorauerunί omnes pingues terra. Sed ii postquam manducaυεrunt, pingues effecti sunt, qui anιequam ederent, pauperes vocabantur, guos pollicetur cibo ab se subministrato usuros esse. Εdent, inquit, pauperes. Ηi porto erant quos in beatitudinibus caeteris praeponit dicens : Βeati pauperes spiritu, φιιοnian ipsorum esι regnum calorum "" : quibus etiam ea promittit quae mox adjiciuntur : Βeati qui esuriunt et sitiunt justitianι, quonian ipsi saturabunεμr ". Ρostquam autem, ait, comederint pauperes, ac cibo repleti, sive, uι ait Symmachus, saturati fuerint, ιune laudabunt Dominum φui requirunt eum : ac cibum sibi ab ipso subministratum comedentes et requirentes ipsum, magno illo, ηui deinceps declaratur, fructu potientur : nam, υίuent corda eorum in saculum scrculi. Siquidem panis ille vitae, ab ipso traditus, immortalitatis aeternaeφue vitae auctor ipsis futurus est, φuemadmodum ipse docuit his verbis: Εgo sum panis υiία, φui descendit de cωlo, et φui dat vitam mundo": et iterum : Sί φuis manducare it ea pane meo, rite in αειεrnum ", et catera. Viden' qιιο pacto haec concinanι cum his psalmi verbis, Εdent pauperes et saturabuntur, et, υιυenι εorda eorum in sacculum εαυculi ? VΕas. 28, 29. Reminiscentur et convertenιur ad Dominum universi fines lerra, et adorabunt in con"pectu ejus universa familia gentium. Ωuonian Do" Μatth, v, 5,

[ocr errors]
[ocr errors]

Κύριον.Έδει γαρ, ειρηκότος αυτού. Διηγήσομαι το όνομά σου τους αδελφούς μου, εν μέσω Εκκλησίας υμνήσω σε τον ύμνον πρώτοις παραδοθήναι τοίς της Εκκλησίας αυτού. ούτοι δε ήσαν οι εξεθνών δι' αυτόν σεσωσμένοι ους δη σημαίνει λέγων. Οι φοβούμενοι τον Κύριον, αινέσατε αυτόν. Σφόδρα ακριβώς τοις μεν εαυτού αδελφοίς και μαθηταίς το όνομα διηγείσθαι το πατρικόν, ώς αν κρείττοσι και δυνατωτέροις, επαγγέλλεται επί δε της Εκκλησίας αυτού και του πλήθους του λαού ουκέτι το πατρικόν όνομα παραδίδωσιν ου γαρ εχώρουν ούτοι ύμνον δε αυτους διδάσκει έπειτα τώ σπέρματι Ιακώβ πρ στάττει δοξάζειν αυτόν, δεύτερον τάγμα τιθείς το Ιουδαϊκόν, μετά τον εξ εθνών λαόν ους και ονομάζει ουκ Ιακώβ, αλλά σπέρμα Ιακώβ και Ισραήλ, σφόδρα ακριβώς διά την εκ του πατριάρχου γένεσιν. Ου γαρ διά τον ζήλον τον πατρικόν, ουδε διά την προς τον πατέρα ομοίωσιν άξιοι ήσαν κεκλήσθαι Ιακώβ, αλλά του σπέρματος ένεκεν τούτον εχρημάτιζον τον τρόπον "Οτι ουκ εξουδένωσεν ουδε προσώχθισε τη δεήσει του πτωχού ουδε απέστρεψε το πρόσωπον αυτού απ' εμού, και εν τώ κεκραγέναι με προς αυτόν εισήκουσέ μου.

Φάγονται πένητες και εμπλησθήσονται, και αινέσουσι Κύριον οι εκζητούντες αυτόν, ζήσονται αι καρδίαι αυτών εις αιώνα αιώνος. Ενταύθα μέν φησι φάγονται υποκαταβάς δε, έφαγον, και προσεκύνησαν πάντες οι πίονες της γής. Αλλ' ότε μεν έφαγον, πίoνες εγένοντο προ δε του φαγείν πένητες ώνομάζοντο ους επαγγέλλεται βρώσει χρήσασθαι τη υπ' αυτού χορηγηθησομένη. Φάγονται γαρ, φησί, πένητες. Ούτοι δε ήσαν ους και εν τοις μακαρισμοίς προτάττει των λοιπών φάσκων Μακάριοι οι πτωχοι τώ πνεύματι, ότι αυτών εστιν ή.βασιλεία των ουρανών οίς και τα εξής επηγγείλατο λέγων Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται. Επειδαν δε φάγωσι, φησιν, οι πένητες, και φαγόντες εμπλησθώσιν, ή κορεσθώσιν, κατά τον Σύμμαχον, τότε αινέσoυσι Κύριον εκζητούντες αυτόν φαγόντες δε την υπ' αυτού δοθείσαν αυτοίς βρώσιν, και ζητήσαντες αυτόν, μέγαν έξoυσι καρπόν τον εξής δηλούμενον Ζήσονται γαρ αι καρδίαι αυτών εις αιώνα αιώνος. Ο γαρ άρτος ζωής, ο υπ' αυτού χορηγηθείς αυτοίς, αίτιος αυτοίς έσται αθανασίας και ζωής αιωνίου, καθώς εδίδαξεν αυτός ειπών Εγώ είμιό άρτος ζωής ο καταβαίνων εκ του ουρανού, και διδους ζωήν τω κόσμω και πάλιν. Εάν τις φάγη εκ τού εμού άρτου, ζήσεται εις τον αιώνα, και τα εξής. Οράς όπως συνάδει ταύτα τώ φάσκοντι ψαλμώ Φάγονται πένητες και εμπ.λησθήσονται και,ζήσονται αι καρδίαι αυτών εις αιώνα αιώνος;

Μνησθήσονται και επιστραφήσονται προς Κύριον πάντα τα πέρατα της γης, και προσκυνήσουσιν ενώπιον αυτού πάσαι αι πατριαι τών

[ocr errors]
« ПредыдущаяПродолжить »