Изображения страниц
PDF
[ocr errors]

in calo et in 1erra, ansam praebet cogitandi eum ubique aιque hic et illic esse, et omnia pervadere. Νon enim ut quispiam in coelo conclusus, procul ιerrena conspicit , sed ubique praesens, incompreliensus, incircumscriptus, omnibusque aslans. Widen' quo pactυ paulatim auditorum menlem subleveι! Νon enim ideo interrogat, ut quis de gloria Dei digna loquatur, sed pro captu hominum. Ει alibi quoque coelum diciιur esse thronus Dei, guia coclestes virtutes istic Del gloriam firmiler obtinent: ιerra vero scabellum, φuia homines in ιerra extrema divinorum vix capere valent. Ηic vero David post.juam auditorem de terra erexit, ad aliud Dei virtutis argumentum progreditur dicens :

μένην, και θεούς προσκυνούσαν τους έν τόπο:ς ναοίς συγκεκλεισμένους. Ειπών γούν, εν τώ σέρκαι εν τη γή, δίδωσι νοείν, ότι πανταχού έστι, ε κεί και ενταύθα, και διά πάντων ήκει. Ου γαρ ώς: τις εν ουρανώ συγκεκλεισμένος πόρβωθεν βλέπε: εν τη γη, αλλά πανταχού παρών και αχώρτητος ώνει απερίγραπτος και πάσι περιιστάμενος. Είδες τ. κατά μικρόν πτεροί την διάνοιαν των ακουόντων; :: γαρ ζητεί όπως άν τις της δόξης είποι του Θεού τέ. επάξιον, αλλ' όπως εκείνοις χωρητόν. Και αλλαχούξ θρόνος Θεού λέγεται ο ουρανός εκ. του τάς ουρανε: δυνάμεις παγίως εν αυταίς την του Θεού δόξαν ειδρυμένην έχειν και η γή υποπόδιον, διά το επινί: τους ανθρώπους τα τελευταία των περί Θεού μό.

χωρήσαι δύνασθαι. Ενταύθα δε αναστήσας από της γης τον ακροατήν ο Δαυίδ, εφ' έτερον έρχεται τη

[merged small][ocr errors]

core erigens pauperenι, μι colloce! eum cum principibus, cum principibus populi sui, φui habitare facit sterilen in domo, malrem de filiis latantem. Wirtuιem Dei pro voluntate sua quaelibet commutantem celebrat. Νon solum enim, inquit, pauperem diviίiis et gloria allicit, sed etiam cum principibus populi collocat, et ad imperium evehit. Μagnae quippe et inenarrabilis virtutis est parva erigere. Ροιesι item hic versus de populo ex gentibus dici : de quo ait propheta : Ει propιerea benediceι tibί populus pauper, et civilates hominum injuria affectorun bemedicent tibi. Fuisti enim omni civilati humili adίutor, et iis φui animo deficiebant propιer indigentiam, legumentum : ab hominibus malignis erues β08 : injuria affectorum". Ηunc enim pauperen et populum egenum a vilibus rebus, a dedecore ιurbulentorum animi moιuum, et a stercore gentilitiarum abominationum erigens, sederefaciet cum princ pibus Ιsraelis, qui populus ejus est. Sunt autem apostoli principes vel patriarchae Hebraica genίis : quibuscum habitabunt quoιquoι ex gentibus Crediderunt. Ιdipsumque dicit Dominus : Μulti υenient ab orienιe et occidente, et recumbent cum Αbraham, Isaac et Jacob in regno cωlorum . Εst itaque sermo ille universalis. Ωuod si quis illum anagogico more excipere velit, is deprehendet hoc ipsum in adventu Christi factum esse. Ωuid enim natura nostra egentius? Αιιamen illam excitavit primitiasque nostras extulit, atque in altissimum cα-lum sedere fecit. Stercus autem hoc loco dicit vilitatem illam, et repentinam, quae inde facta est, mutationem, omnia ipsi facilia et pervia esse declarans. Haec et leata Αnna, hymnum in gratiarum actionem Deo offerens, dicit : Dominus pauperem facit, et diιαι; Μιumiliat, el erigit, suscitat de terra inopem, et de stercore erigit pauperenι, μt sedere fariat cum optimatibus populi, et thronum gloria in hrredilatem ipsis ιribuens ". Ηaec porro videmus

[ocr errors]
[ocr errors]

Ο εγείρων από γης πτωχόν, και από κοπεία, ανυψών πένητα,του καθίσαι αυτόν μετά αρχόντων

μετά αρχόντων λαού αυτού ό κατοικίζων-στεραν εν οίκω, μητέρα επί τέκνοις ευς£ραινεμένη. ί Υμνεί την δύναμιν του Θεού, ραδίως μεταβάλλασαν ά βούλεται. Ου μόνον γαρ, φησί, πλουτίζει τι, πένητα και δοξάζει, αλλά και τοίς άρχουσι του λαού συγκαθίστησι, και εις αρχήν ανάγει. Μεγάλης να δυνάμεως και αφάτου «ο τα μικρά επαίρειν. Δύνατε δε ο στίχος και περί του από των εθνών λαού λέτεσθαι, περί ού φησιν ο προφήτης. Και διά τούτο ευμ, γήσει σε ο λαός ό πτωχός, και πόλεις ανθρώπων αδικουμένων ευλογήσουσί σε. Εγένου γάρ πάση πόλει ταπεινή βοηθός, και τοίς αθυμήσασι δι' ένδειαν σκέπη από ανθρώπων πονηρών ρύση αυτούς σκέπη διψώντων, και πνεύμα ανθρώπων αδικουμέ νων. Τούτον γάρ τον πτωχόν και πένητα λαόν, αποτών χαμαιζήλων πραγμάτων εγείρας, και της ατιμίας των παθών και της κοπρίας των Ελληνικών μυσαγμάτων, καθίσει μετά των αρχόντων του Ισραήλ, όντος λαού αυτού. Εισι δε οι απόστολοι άρχοντες του Εβραίων λαού, ή και οι πατριάρχαι, μεθ’ ών κατασκηνώσουσιν οι εξεθνών πιστεύσαντες. Και τούτό φησιν ο Κύριος . Πολλοί ήξουσιν από ανατολών και δυσμών, και ανακλιθήσονται μετά Αβραάμ, και Ισαάκ, και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών. Έστι μεν ούν ο λόγος καθολικός. Ει δέ τις και κατά αναγωγην αυτόν βουληθείη, όψεται τούτο πάλιν επί της παρουσίας του Χριστού γενόμενον. Τι γαρ της ημετέρας φύσεως πτωχότερον; Αλλ' όμως αυτήν D ήγειρε και ανήγαγε την απαρχήν ημών, και εις ούρανόν εκάθισε τον υψηλότερον. Κοπρίαν δε ενταύθα το ευτελές λέγει, και την εκείθεν αθρόον γινομένην μεταβολήν, δεικνύς ότι πάντα αυτώ ράδια και εύκολα. Ταύτα δε και η μακαρία Αννα είρηκε, τον χαριστήριον ύμνον προσφέρουσα τώ Θεώ Κύριος πτωχίζει και πλουτίζει, ταπεινοί και ανυψοί, ανιστό από γής πένητα, και από κοπρίας εγείρει πτωχόν, καθίσαι μετά δυναστών λαού, και θρόνον δόξης κατακληρονομών αυτοίς. Ορώμεν

[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors]
[merged small][ocr errors][merged small][ocr errors]

VΕRs. 1-4 (1). Νοn nobis, Domine, non nobis, sed nomini tuo da glorian : super misericordia ιua e! teritate tua, nequando dicant gentes : Ubi esι Deus eorum ? Deus auten noster in cαίο et in terra, omnία quacunque volui! (eci!. Simulacra gentium argentum et aurum, opera manuum hominum. Ηic mihi videιur Spiritus sanctus populi ex circumcisione abjectionem subindicare, atque orationes ipsis ιradere ad confitendum, hacque verba ex ipsorum persona proferre; queis declarat ipsos virtutem sibί prospicientem non ulterius habere : hisque instiιuuntur ad obsecrandum et dicendum : Νos quidem indigni sumus gratia, qua donantur omnes genιes : at ne mobis haec facias, Domine, sed propιer nomen ιuum quod ab initio invocatum est super nos, neque ex justitiis nostris, sed ex misericordia et veritate tua id concedas. Νam si noιι m:serearis, gentes dicent : Ubi esι Deus eorum ? Νe vero unquam hoc dictum proferant, concede ac tribue nobis misericordiam tuam. Ειiamsi enim nos inspectio tua non amplius gubernet, sed persuasum habemus te esse in cα:lo, et ea facere quae velis.

[ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]
[graphic]
[graphic]

ντες εις άδου. Αμ.μ' ημείς οι ζώντες ευλογή-Α cum inspecto Hebraeorum libro, eorum dictiones et

μεν τον Κύριον από του νύν και έως του αιώ*ς- Διέσταλται και ιδίως αφώρισται του ριγ' ψαλδυ έντισι των αντιγράφων τα προκείμενα, ώστε ναι ρεδ' ψαλμόν τον μετά χείρας. Επειδή δε, εγκύας αυτή τη Εβραίων βίβλω, τους αυτών χαρακτήας συνημμένους εύρον και τας λέξεις, επέστησα ιαλώς ακολουθήσαι τη Εβραίων βίβλω, συνάψαι τε τοίς προτεροις τα προκείμενα, ώστε είναι μέρος αυτα τού ριγ' ύμνου. Δοκεί ούν τα προκείμενα ανηρτήσθαι των προτέρων παιδεύονται γαρ οι παίδες οίς ελέγετο - Αινείτε, παίδες, Κύριον, τουτέστιν ο νέος λαός, ποίον Κύριον προσήκει αινείν δήλον δε αυτόν εκείνον τον εν τη εξόδω Ισραήλ τη εξ Αιγύπτου τα τοσαύτα θαυμάσια διαπραξάμενον. Εκείνοις ούν ακολούθως οι αυτοί διδάσκονται τους πάλαι νενομιισμένους αυτών θεους οποίοι τινες ήσαν μη αγνοείν, ε ότι άψυχοι και πάσης αισθήσεως έστερημένοι, ότι ε νεκρά, και κωφά και τυφλά είδωλα, ουδέν όμοιον και έχοντα, ου φημιτώ μεγάλω και παραδοξοποιώ ποιητή

characteres conjunctos esse repererim, Ηebraeorum librum sequendum esse, alque prioribus haec conjungenda esse aestimavi, ita ut haec pars sint ceillesimi decimi tertii hymni. Videnturitaquehaec praecedentibus cohaerere. Νam pueri illi, quibus dictum est, Laudale, pueri, Dominum, id est, novus populus, edocentur quem Dominum laudare par siι. Palam auten est eum ipsum esse, qui in exitu Israel de ΑΕgypto tanta miracula edidit. Consequenter igitur ad illa edocentur ipsi, ne ignorent quinaln fuerint illi ab se olim dii existimati, quod scilicet anima omnique sensu caruerint, fuerintque mortua, muta et caeca idola, nihil simile habentia, non dico magno et mirabilium editori, omnium opifici, sed ne vel postremis eorum quae anima et sensu praedita sunt : sed inanimata prorsus materia fuerint. Ει illa guidem, animalia inquam animata, Dei Werbo constiterunt : at illi gentium dii, ut putabanιur, humanorum operum figmenta sunt.

τών όλων, αλλ' ουδε τοις εσχάτοις των εμψύχων, οίς μέτεστιν αισθήσεως πάντη δε άψυχος ύλη καθέστη- κεν. Κάκείνα μεν, λέγω δη τα έμψυχα ζώα, Θεού Λόγω συνέστηκεν , οι δε των εθνών νενομισμένοι

- θεοί άνθρωπίνων έργων αναπλάσματα τυγχάνουσιν.

ΑΛΛΗΛΟΥΙΑ. ΡΙΔ'. Ηγάπησα, ότι εισακούσεται Κύριος της φωνής τής δεήσεώς μου, ότι έκλινε το oύς αυτού εμοί, ί και εν ταίς ήμέραις μου επικαλέσομαι. Ο πάλαι φοβούμενος τον Κύριον, ήδη προκόψας από του φόβου, και μεταβάς επί την αγάπην του Θεού, είπoι άν, Ηγάπησα τίνα δε, ή δηλαδή Κύριον τον Θεόν

κεν αυτού και μέχρι θανάτου αγωνίζεσθαι υπέρ αληθείας, πάντα τε υπομείναι πειρασμόν, και πάντα κίνδυνον υποστήναι προθύμως διά την πρός Θεόν αγάπην ; Οτι έκλινε το oύς αυτού εμοί, και εν ταίς ήμέραις μου επικαλέσομαι. Περιέσχον με ώδίνες θανάτου, κίνδυνοι άδου εύροσάν με θλίψιν και οδύνην εύρον, και το όνομα Κυρίου επεκαλεσάμην. Κύριε, ρύσαι την ψυχήν μου' ελεήμων και δίκαιος ο Κύριος, και ό Θεός ήμών ελεεί. Φυλάσσων τα νήπια ο Κύριος, έταπεινώθην, και έσωσέ με. Επίστρεψον, ψυχή μου, εις την ανάπαυσίν σου, ότι Κύριος ευηργέτησέ σε ότι εξείλετο την ψυχήν μου εκ θανάτου, τους οφθαλμούς μου από δακρύων, και τους πόδας

[ocr errors]

εξ όλης καρδίας, και δυνάμεως και ψυχής, ώστε ένε- C

[ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors][graphic]

cessario naturae universi consortes sumus; at illie Α κόσμου, αναγκαίως της του παντός φύσεως ά-ο

[merged small][ocr errors]
[ocr errors]

Επίστευσα, διό ελάλησα, εγώ δε εταπεισώθσφόδρα. Εγώ δε είπα εν τη εκστάσει μου- ΠΕ άνθρωπος ψεύστης. Τί ανταποδώσω τώ. Κεει περί πάντων ών ανταπέδωκέ μοι; Συνήπτα: 2ταύτα τοις προ αυτών εν τώ Εβραϊκώ αντιγράτι ώστε απηρτήσθαι την εν αυτοίς διάνοιαν τών προς λεγμένων, και μέρος είναι αυτών. Επει μεν γε; ειρήκει Επίστρεψον, ψυχή μου, εις την άνο. παυσίν σου , και πάλιν " Ευαρεστήσω ενώτισ Κυρίου εν χώρα ζώντων ενταύθα δε επισυνάπτει λέγων . Επίστευσα, διό ελα.λησα. Είναι γαρ χώραν ζώντων ετέραν παρά τον ανθρώπινον βα, επίστευσα, και είναι της ψυχής ανάπαυσιν ετέρτι παρά την επί γης διατριβήν. Επίστευσα, εν

[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]

είπα εν τη εκστάσει μου Πάς άνθρωπος ψεύστης. Εταπείνωσα εμαυτόν, και σφόδρα εκάκωσα - ούτω γαρ ήρμήνευσεν ο Σύμμαχος ειπών Εκακώθηr σφόδρα. Τούτο δε εποίησα, επειδήπερ ήπιστάμη, ότι πάς άνθρωπος ψεύστης , διόπερ αγωνιών και φροντίζων, μη άρα και αυτός, ώς άνθρωπος αποφηνάμενος περί εμαυτού και ειπών Ευαρεστήσω ενώπιον Κυρίου εν χώρα ζώντων, ψεύσωμαι τούτου χάριν πιστεύσας τη μελλούση ζωή και τή της ψυχής αναπαύσει, και τη χώρα των ζώντων, και διά του πιστεύσαι λαλήσας ταύτα αυτά, ίνα μήποτε εκπέσω της επαγγελίας, και ψευσθώ της ελπίδος, εταπείνωσα εμαυτόν σφόδρα. Εγώ δε είπα εν τη εκστάσει μου . Πάς άνDθρωπος ψεύστης. Λογισμοί γάρ ανθρώπων δειλοί, και επισφαλείς αι επίνοιαι ημών. Φθαρτον γάρ σώμα βαρύνει ψυχήν, και βρίθει το γεώδες σκηνος νούν πολυφρόντιδα και μόλις εικάζομεν τα επί της γης, και τα εν χερσίν ευρίσκομεν μετά πόνου. Τα δ' εν ουρανοίς τις εξιχνίασεν; "Ομως εγώ ουχ ώς άνθρωπος ελάλησα ή γαρ αν και έψευσάμην αλλ' επίστευσα τοίς του Θεού λόγοις, και ταίς του θεού επαγγελίαις. Τί ανταποδώσω τώ Κυρίωπερί πάντων ών ανταπέδωκέμοι; Ποτήριον του σωτηρίου.λήψομαι, και το όνομα Κυρίου επικαλέσομαι. Τάς ευχάς μου τώ Κυρίω αποδώσω εναντίον παντός του λαού αυτού τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των οσίων αυτού. Ω Κύριε, εγώ ο δούλος σύς, ε, ώ

« ПредыдущаяПродолжить »