Изображения страниц
PDF

[ocr errors]

τεθλιμμένην, και τώ μακαριζoμένω πτωχώ, δηλονότι τώ πνεύματι ; Τούτο δε μαθόντες οι γινώσκοντες το όνομά σου, και ότι εν τώ της δικαιοκρισίας καιρώ τους εκζητούντάς σε νύν ουκ εγκαταλείψεις, εντεύθεν ελπιζέτωσαν επί σε πάντα διά τάς αμσιβας υπομένοντες. Αγαλλιασόμεθα επί τώ σωτηρίω σου, ενεπάγησαν έθνη εν διαφθορά ή εποίησαν. Εν παγίδι ταύτη ή έκρυψαν συνελήφθη ο πούς αυτών. Γινώσκεται Κύριος κρίματα ποιών. Εν τοίς έργοις των χειρών αυτού συνελήφθη ο αμαρτωλός. Ωδή διαψάλματος. Αλλά και τοίς ευσεβέσιν επιβουλεύσαντες, εαυτούς περιέπειραν απωλεία. Τότε και γνωσθήσεται δικαία κρίσει χρώμενος ο Θεός. Ωδή δε διαψάλματος ώς αν μεταβολής γεγενημένης ήτοι μέλους κατά την Εβραϊδα φωνην, ή μελωδίας, ή και της διανοίας αυτής των λελεγμένων εφ' έτερον νούν μεταβαλλόντων τον λόγον. Αποστραφήτωσαν οι άμαρτωλοί εις τον άδην, πάντα τα έθνη τά επιλανθανόμενα του Θεού. Ει γαρ και νυν αναισθητούσι, αλλ' ήξει της κρίσεως ο ναιρός. Θεού δε άνθρωπος, κάν δοκή καταπεφρονήσθαι παρά Θεού, τώ παρά των αμαρτωλών ανήκεστα πάσχειν αλλ' ου παραδέδοται λήθη. Ου γαρ εις το τέλος επιλησθήσεται ο πτωχός τό πνεύματι έξει δε καρπόν και τέλος αγαθόν διά την εν τοις παρούσιν υπομονήν. Ανάστηθι, Κύριε, μη κραταιούσθω άνθρωπος, κριθήτωσαν έθνη ενώπιόν σου. Κατάστησον, Κύριε, νομοθέτην επ' αυτούς γνώτωσαν έθνη, ότι άνθρωποι εισι. Διεγείρει τον Θεόν ώς της ανοχής αυτού και του πλούτου της χρηστότητος και της μακροθυμίας, αναβολήν μεν εμποιούσης αυτώ, επιτρι6ήν δε τους ασεβέσιν ανθρώποις. Ευξάμενος δε ενώπιον του Θεού κριθήναι τα έθνη, νύν ακολούθως προ της μελλούσης κρίσεως αξιοί δοθήναι τοις έθνεσι νομοθέτην, ίνα μάθωσιν, ώς εισιν άνθρωποι, αλλ' ουκ άλογα ζώα , ου γαρ αλόγοις δίδοται νόμος. Ουκ αν δε λέγοι Μωύσην τον εξ ανθρώπων πάλαι γεγενημένον, ουδε νόμον τον μόνοις τεθέντα τοις Ιουδαίοις αλλ' ουδε προσδοκάν έτερον είναι, το δια πάσης ελθείν της οικουμένης της Καινής Διαθήκης τόν νόμον. Χριστός γαρ ο νομοθέτης, και του Ευαγγελίου το κήρυγμα κεκράτηκε των εθνών. Περί ού διά του προφήτου φησίν ο Πατήρ Ιδού ο παίς μου όν ηρέτισα, ο εκλεκτός μου εις δν ευδόκησεν ή ψυχή μου. Κρίσιν τοις έθνεσιν εξοίσει. Ουκ ερίσει, ουδε κραυγάσει, ουδε ακουσθήσεται ή φωνή αυτού. Κάλαμον συντεθλασμένον ου συντρίψει, και λίνον τυφόμενον ουσβέσει α.λ.1' εις αλήθειαν εξοίσει κρίσιν. Αναλάμψει, και ού θραυσθήσεται, έως άν θή επί της γης κρίσιν, και τώ ονόματι αυτού έθνη ελπιούσιν (1). Το δε Εβραϊκόν και οι λοιποί πάντες ερμηνευται, Και τώ νόμω αυτού έθνη ελπιούσιν, εξέδωκαν.

[ocr errors]

mendico et pauperi, spiritu scilieet, qui beatus praedicatur! Ηoc cum edidicerint qui noverunt nomen tuum, gnari quoque te justi judicii tempore non relicturum eos qui nunc quarunt ιe; inde bene sperent in te, patientiam in omnibus habentes ob paratam retributionem. VΕRs. 16, 17. Εαsullabimus in salutari ιuo, inβαια sunt genies in interitu φuem fecerunt. In laqueo isto quem absconderunt, comprehensus est pes eorum. Cognoscetur Dominus judicia (aciens. In operibus manuum suarum comprehensus est peccator. Canticum diapsalmatis. Imo vero dum piis homiuibus insidias struerent, sese in perniciem et interitum conjecerunt. Τunc autem cognoscetur Deus justo judicio

Β usus. Canticum diapsalmatis dicitur, ut facta mu

tatione, sive metri, secundum Ηebraicam vocem, sive melodiae, sive verborum sententia in aliam significationem translata. VΕRs. 18. Convertantur peccatores in infernum, omnes genιes φua obliuiscuntur Deum. Ειiamsi jam nullo sensu moventur, at vehiet judicii tempus. Inιerim homo Dei, etsi videaιur ab ipso Deo negligi, dum intolerandis a peccatoribus afliciιur malis , nequaquam in oblivionem venit. Νοn enim usque in finem pauper spiritu a Deo negligendus, sed ob praesentem patientiam, et frucίum suum et bonum finem consequetur. VΕRs. 20, 21. Εrsurge, Domine, non conforteιιιν homo, judicenίur gentes in conspectu tuo. Constitue, Domine, legislatorem super eos : sciant genιes φuoκίαm homines sunt. Deum excitat, ut qui tolerantia sua, atque vi clementiac et patientiae, sibi quidem aerumnarum diuturnitatem, impiis vero hominibus vexandi tempus ιribuat. Ρosίquam aulem precatus est, ut judicentur genιes in conspectu Dei, jam rogat ut ante futurum judicium gentibus legislator constituatur, ut discant se homines, non bruta animalia, esse : nam brutis animalibus lex minime daιur. Caeterum non hic de Μoyse agit, qui jam olim de medio hominum sublatus fuerat: neque de lege quae solis Judais data fuerat, neque vult aliam exspectari legem, uι Νοvi Τestamenti lex 1οιum orDem pervadat. Christus enim legislator, Εvangelii

[ocr errors][merged small]
[ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]

desvicis in opportunitatibus, in tribulatione 2 Dum superbit imptus, incenditur pauper : comprehendunιur in consiliis quibus cogitanί. Αn quia Deus est, secundum Αpostolum, qui comprehendit sapientes in astutia sua, idipsum jam fieri posιulat ! Μulti enim cum videant se, etsi in impietatibus plurimis versantes, prospere agere, ac in calamitates incidere nullas, sese beatos et laude dignos arbitrantur. Αι ιum ipsi, ιum improbitatis aemuli, ingenti afliciuntur detrimento. VΕRs. 5-5. Ωuoniam laudatur peccator in desideriis animα sιια, et iniquus benediciιur. Εracerθαυil Dominum peccator : secundum multitudinem ira suae non φuaret. Νοn est Deus in conspectu ejus, inqμinata sunt υια illius in omni tempore. Αu/erunιur judicia ιμα a facie ejus, omnium inimicorum suorum dominabilur. Praesentem impiorum condiίionem insectaιur, ut futuri judicii necessitatem comprobet. Illud pοrro, eracerbauit, Αquila, tradurit, interpretatus est. Sermones quippe de futuro bei judicio ipsi revera traducunt. Dum vero quis in peccatis perseverat, is impeditur quominus quaeraι Deum, ac vim irae magnam sibicomparat. Ωuamobrem ne nimio labore et anxietate notitias Dei naturales expetieris, dum vitae ιuae viae inquinatae sunι : idque ea maxime de causa, quod judicia Dei non animo repuίes, cum maxime concessus tibί αominatus fuerit in omnesinimicos ιuos.

VΕRs. 7. Cujus maledictione os plenum est et amariίudine et dolo, sub lingua εjus labor et dolor. Siquidem heterodoxorum os maledictione repletur, uίpole qui Creatorem conviciis incessant, quod ili«lem maledici Iaciunt : os item iracundorum amaritudine, dolosorum dolo, plenum est.

VΕRs. 8. Sedel in insidiis cum divitibus in occulίis, μι interficial innocentem. Dum autem id agit, seipsum decipit, quasi scilicet nihil videat Deus.

VΕRs. 11. Dirit enim in corde suo : 0blitus est Deus, αυcrtit faciem suam ne υίdeat in finem. Ηaec omnia agit impius adversus Dei pauperes, sibique ipse ludificaιur, dum suis sibi cogitationibus confingit non esse Deum inspectorem.

[ocr errors][ocr errors]

Ινατί, Κύριε, αφέστηκας μακρόθεν, υπεροράς εν ευκαιρίαις,εν θλίψει; Εν τώ υπερηφανεύεσθαι τον ασεβή εμπυρίζεται ό πτωχός συλλαμβάνονται εν διαβουλίοις οίς διαλογίζονται. "Η επειδή ο Θεός ο δρασφόμενός εστι τους σοφούς εν τη πανουργία αυτών, κατά τον Απόστολον, τούτο αυτό ήδη γενέσθαι παρακαλεί; Επί πολλαίς γαρ ασεβείαις ορώντες αυτούς οι πολλοί ευθυνουμένους τε και μηδενί λυπηρώ περιπίπτοντας, μακαρίους αυτούς ηγούνται και επαίνων αξίους. Κακείνοί τε μεγάλα βλάπτονται και οι ζηλωταί της κακίας γενόμενοι.

"Οτι επαινείται ο αμαρτωλός εν ταίς επιθυμίαις της ψυχής αυτού, και ο αδικών ενευλογείται. Παρώξυνε τον Κύριον ο αμαρτωλός κατά το πλήθος της οργής αυτού ουκ εκζητήσει. Ουκ

Β έστιν ο Θεός ενώπιον αυτού, βεβηλούνται αι

όδοί αυτού εν παντί καιρώ. Ανταναιρείται τα κρίματά σου από προσώπου αυτού, πάντων των εχθρών αυτού κατακυριεύσει. Τη παρούση των ασεβών επεξέρχεται καταστάσει, την μέλλουσαν κρίσιν αναγκαίαν δείξαι βουλόμενος. Το δε παρώξυνε, διέσυρεν Ακύλας ήρμήνευσε. Τους περί Θεού γαρ κρίσεως λόγους αληθώς διασύρουσιν. Επιμένων δέ τις αμαρτίαις, προς το Θεόν ζητείν εμποδίζεται, συνάγων εαυτώ πλήθος οργής. Διο μή ζήτει και τάς περί Θεού φυσικάς εννοίας περικοπτόμενος, και του βίου τας οδούς ακαθάρτους έχων τούτου γε χάριν διά παντός και του Θεού τα κρίματα μη λαμβάνων εις νούν, εν τώ συγχωρείσθαι μάλιστα κατακυριεύσαι των εχθρών.

Ο Ού αράς το στόμα αυτού γέμει και πικρίας και

δόλου, υπό την γλώτταν αυτού κόπος και πόνος. Τών γαρ ετεροδόξων το στόμα αράς γέμει, κακολογούντων τον Δημιουργόν, και των λοιδόρων πικρίας δε των θυμικών, δόλου των δολίων.

Εγκάθηται ενέδρα μετά πλουσίων εν αποκρύφοις, τού αποκτείναι αθώον. Και ταύτα πράττει παραλογιζόμενος εαυτόν, ώς ουχ ορώντος Θεού.

Είπε γάρ εν καρδία αυτού. Επιλέλησται ο Θεός, απέστρεψε το πρόσωπον αυτού του μή είδείν εις τέλος. Ταύτα δε πάντα ο ασεβής κατά των πενήτων του Θεού διαπράττεται, εαυτόν απατών και τοις εαυτού λογισμoίς μή είναι Θεόν έφορον διανοού μενος.

Ανάστηθι, Κύριε ό Θεός μου, υψωθήτω ή χείρ σου, μή επιλάθη των πενήτων σου εις τέλος. Βλέπεις, ότι σύ πόνον και θυμόν κατανοείς, του παραδούναι αυτούς εις χείράς σου. Σοι εγκαταλέλειπται ο πτωχός, ορφανώ σύ ήσθα βοηθός. Σύντριψον τον βραχίονα του αμαρτωλού και πο νηρού ζητηθήσεται ή άμαρτία αυτού, και ου μη ευρεθή. Ούτως επί την των ασεβών κρίσιν διεγείρει λοιπόν την ανοχήν του Θεού. Η δε χειρ υψουμένη δύναμιν εδήλωσε κριτικήν. Εν όσω γαρ αυτή μη τιμωρείται τους ασεβείς, τετιμωρείσθαι (4) δοκεί αποδιδούσα δε εκάστω κατά το δίκαιον, υψούσθαι λέ. παραδούναι αυτόν εις χείρά σου. Τοιγαρoύν ο σός πτωχός ακούσας τών σών λόγων φασκόντων . Μη εαυτους εκδικούντες, αγαπητοί α.λ.λά δότε τόποντή οργή. Εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω, λέγει Κύριος. ΕΙΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΨΑΛΜΟΣ ΤΩ ΔΑΥΙΔΙ". Επειδή και τώ Δαυίδεις το τέλος γέγραπται και κατά τον Ακύλαν, τώ νικοποιώ, κατά δε τον Σύμμαχον, επινίκιος του Δαυίδ, φήσεις, ότι και ο Δαυίδ μετά την συμβάσαν αυτό συμφοράν έφασκε τα προκείμενα. Επί τω Κυρίω πέποιθα πώς ερείτε τη ψυχή μου Μεταναστεύου επί τα όρη ώς στρουθίων, Τελείου φωνή, και κατά τον Απόστολον ειπείν δυναμένου, Τίς ήμάς χωρίσει από της αγάπης του θεού; 0υ κατά τον ατελή τον φυγή μεταναστεύοντα τόπον εκ τόπου, και περιφεύγοντα τους διώκοντας. Καθά δη στρουθίον τους θηρεύοντας, ός, καν διαφύγοι, λέγοι άν . Η ψυχή ήμών ώς στρουθίον εβρύσθη εκ της παγίδος των θηρευόντων. Ότι ά κατηρτίσω καθείλον ο δε δίκαιος τι εποίησε; Κύριος εν ναώ αγίω αυτού, Κύριος εν ουρανώ ο θρόνος αυτού. Οι οφθαλμοί αυτού εις τον πένητα αποβλέπουσι, τα βλέφαρα αυτού εξετάζει τους υιούς των ανθρώπων. Κύριος εξετάζει τον δίκαιον και τον ασεβή. Ο μόνος δίκαιος και κριτής Θεός, τους εαυτού πολεμουμένους ορών, τί εποίησεν; Εν ουρανώ κατοικών και βασιλείαν έχων ασάλευτον, ουδέν τών επί γης παρορά. Χαρίζεται δε τώ πένητι των ευεργετικών αυτού δυνάμεων την επισκοπήν, άς φησιν οφθαλμούς ώσπερ ούν βλέφαρα την κριτικήν αυτού και πάντα διακρίνουσαν πρόνοιαν. Διά δικαιοσύνην δε κρινεί και τους δικαίους, μή τι και αυτός πεπλημμεληται.

[ocr errors]
[ocr errors]

Επιβρέξει επί αμαρτωλούς παγίδας, πύρ και θείον, και πνεύμα καταιγίδος ή μερίς του ποτηρίου αυτών. Τας επιπόνους κολάσεις πολλαχή δηλοί το ποτήριον, ώς εν Ησαϊα Εξεγείρου, εξεγείρου, Ιερουσαλήμ,ήπιούσατό ποτήριονείσπτώσεως (1), το κόνδυ του θυμού. Λέγει δε και τώ Ιερεμία θεός Λάβε του οίνου του ακράτου εκ χειρός μου, και ποτίσεις αυτό πάντα τα έθνη, προς ους εγώ αποστελώ σε. Οποίον το προκείμενον ποτήριον, ού το πλήρωμα πύρ και θείον, και πνεύμα καταιγίδος, ούδη σύμβολα τα κατά Σοδόμων επενεχθέντα. Δηλοί δε το πύρ την διακαύσεως απειλήν, το δε θείον την διεγείρουσαν έτι μάλλον το πύρ αφορμήν, το δε πνεύμα της καταιγίδος, πειρασμού συστροφήν. Είρητα γάρ εν Ησαϊα. Ως καταιγίς δι' ερήμου διέλθοι ερχομένη εγγύς φοβερόν το όραμα και σκληρόν ανηγγέλη μοι. Έστι δε και τοίς ευσεβέσι ποτήριον το μεθύσκoν ώς κράτιστον, περί ου τάχα κάκείνο λέλεκται. Κύριος ή μερίς της κληρονομίας μου και του ποτηρίου. Και δι' έργων αγαθών το μεν φυγείν, το δε αιρήσασθαι.

[ocr errors]

Ο

[ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]

VΕRs. 2. In Domino con/ido : ηuomodo dicitis anima meα : Τransmigra in montes sicut passer? Ηaec viri perfecti vox est, φui secundum Αpostolum dicere valeat : Ωuis nos separabit a charitate Ι)ei Νon more imperfecti hominis, qui persequentibus ut se proripiat, de loco in locum transmigrat. Ωui si, ut passer venatores, efugere valeat, jure dixerit : Αnima nostra sicut passer erepια est de laφueo υenantium ".

VΕRs. 4-6. Ωuoniam quae perfecisti destrurerunt, justus aulem φuid/ecil? Dominus in tempίωsancto suo, Dominus in cαίο sedes ejus. Οculi ejus in pa:ιperem respiciunt, palpebra ejus interrogant /ilios Ιtominum. Dominus interrogat jusίum et impium, etc. Deus qui solus justus et judex est, cum suos oppugnari cerneret, φuid feciι! Is sane etsi in cαίο habitet, ac firmum immobileque regnum oblineat, nullam ιerrenarum rerum negligit. Pauperi autem id gratia confert, ut beneficarum virtutum suarum inspectione servetur : quas virtutes, oculos nuncupat; φua item ratiοne palpebrae ejus significant judicialem illius providentiam qua omnia dijudicaι. Ρropιer justitiam autem suam vel ipsum justum judicabit, ne et ipse quoque in peccatum inciderit.

VΕRs. 7. Ρluet super peccatores laφueos, ignis ει sulphur et spiritus procellarunt, pars calicis eorum. Calix graviora plerumque supplicia significat, ut in Isaia : Εrsurge, easurge, Jerusalem, φιια bibisti calicem ruinar, poculum irae". Jeremia quoque dicit Deus : Sunιe υinum non diluίum de manu mea, et poιabis er eo omnes genies, ad φuas ego millam le". Ωualis est calix de quo jam agitur, cujus plenitudo ignis et sulphur et spiritus procellarum , cujus sane symbola ea ipsa sunt φuae contra Sodomainmissa fuere. Indicat porro ignis incendii ac adustionis minas : sulphur, ignis fomentum, φuo plus exardescit; spiritus procellarum, tentationis conversionem. In Isaia namque dicitur : Sicut procella per desertum pertransierit, prope accedens: terribilis υisio et dura nuntiata mihi esι". Ρiis quoque hominibus calix inebrians quam potentissimus, de quo fortasse dicitur : Dominus pars hacreditatis mea et calicis mei". Αc per recte facta vitamdus ille, hic amplectendus esί. . . . . .

[ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]

dileτίι, αφuitatem υίdit υultus ejus. Νam utpole justus pauperem respicit, peccatores corripi1. Νatura aulem sua, non participatione jusιus est. Cacterum cum ita se habeal, justiίias, quae in multis probis viris reperiuntur, diligit, ac cujusque propositum approbat. Singulis sane judiciis quaedam justitia inest : multa autem sunι judicia Dei, de φuibus scriptum est : Judicia Domini υcra, justificaια in semetipsa ". Μullae igitur justitiae sunt. ΑΕquitatem φuoque videt, videlicet sanam verbi sententiam et doctrinam : gaudet quippe de ejus σιιltoribus, etiamsi videat eos conviciis et maledictis impetitos. Νunquam autem plures aequitates, perinde alque justitia in judiciis multae, habentur. Vultus vero ejus ideo aequitatem videt, quia ipsam approbaι. Νam Deus praesens esse deprehenditur, εum providentiac operibus, tum effectu judiciorum. ΡSΑΙ,ΜUS DΑVΙD ΧΙ. 1. In finem, pro ocίαυα.

Εa ipsa est qua psalmi sexti inscriptio (1). Diximus autem solvi legem Μoysis, si puer ducatur in Βabbato (circumcidendus,] quando diem circumεisionis octavam in ipso cadere contingit : eamdemque vim et praestantiam habere diem Dominicam, φuae Domini resurrectione nobilitatur, estque a primo die, octava. Ει ipsa φuoque natura sua

[merged small][ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors]

" ibid. 45.

Ότι δίκαιος Κύριος και δικαιοσύνας ήγάτησεν, ευθύτητα είδε το πρόσωπον αυτού. Ως γαρ δίκαιος επιβλέπει μεν τον πένητα, παιδεύει δε τους αμαρτωλούς ουσία δε δίκαιός εστιν, ου μετοχή. Πλην και ούτως έχων αγαπά τάς εν τοις πολλοίς δικαίοις δικαιοσύνας, την εκάστου πρόθεσιν αποδεχόμενος. Αλλά και εκάστου κρίματός εστί τις δικαιοσύνη πολλά δε τα κρίματα του Θεού, περί ών γέγραπται. Τα κρίματα Κυρίου αληθινά δεδικαιωμένα επί το αυτό. Πολλαι άρα και αι δικαιοσύναι. Βλέπει δε και ευθύτητα, την προς τον ορθόν λόγον γνώμην χαίρει γαρ επί τοις έχoυσι, κάν ονειδιζομένους ορά. Μήποτε δε ώς πολλαι δικαιοσύναι επί τοις κρίμασιν, ούτως ευθύτητες. Διά δε το αποδέχεσθαι την ευθύτητα, το πρόσωπον αυτού ορά. Επιφαίνεται γαρ παρών ο Θεός τοίς έργοις της προνοίας και τοις αποτελέσμασι των κριμάτων,

[ocr errors]

Σώσόν με, Κύριε, ότι εκλέλοιπεν όσιος, ότι ώλιγώθησαν αι αλήθειαι από των υιών των ανθρώπων. Μάταια ελάλησαν έκαστος προς τον πλησίον αυτού, χείλη δόλια εν καρδία και εν καρδία ελάλησαν. Διαβάλλει πάσαν την καθ' εαυτον γενεάν λέξει γάρ και προϊών Συ, Κύριε, φυ.λάξεις ήμάς και διατηρήσεις ήμάς από της γενεάς ταύτης και εις τον αιώνα. Τοιαύτη γαρ ή προτέρα γενεά, περί ής έφη και ο Σωτήρ Ανδρες Νινευίται αναστήσονται εν τη κρίσει μετά της γενεάς ταύτης, και κατακρινούσιν αυτήν και βασίλισσα Νότου, και τα εξής και πάλιν ούτως "Εσται τη γενεά τη πονηρά ταύτη. Ουκ αδίκως δε ταύτης κατηγορώ, φησίν ο Προφήτης αλλ' ότι μηδεις όσιος εν αυτή, μηδείς αληθής. Επει ούν μηδένα μοι σωτηρίας αίτιον ευρίσκω, αυτός μοι, Κύριε, τούτο γενού. Διελέγχει δε των Ιουδαίων την απιστίαν, περί ών φησι και Μωυσής Υίοι, οίς ουκ έστι πίστις εν αυτοίς. "Οτι δε μάταια ελάλουν επιβουλεύοντες τώ Σωτήρι και δολίως αυτώ προσερχόμενοι, σαφώς ή των Ευαγγελίων διδάσκει γραφή.

Εξολοθρεύσαι Κύριος πάντα τα χείλη τά δόλια, γλώσσαν μεγαλορρήμονα. Τους είπόντας Την γλώσσαν ημών μεγαλυνούμεν, τα χείλη ήμών παρ' ήμών εστι τίς ήμών Κύριός εστι : Θεού γαρ ήν, ουκ ανθρώπου, της εκείνων περιγενέ

[ocr errors]
[ocr errors]

"Ιησούν. Ομοίως δε τώ Φαραώ φήσαντι Ουκ οίδα τον Κύριον, και αυτοί φασι Τίς ήμών Κύριός έστι, νομίσαντες είναι κύριοι δια των ιδίων λόγων την τού Σωτήρος σβέσαι διδασκαλίαν, ώς αν όντες αυτεξούσιοι. Ταύτα δε ήν τα Φαρισαίων και Σαδδουκαίων χείλη, μεθ' υποκρίσεως προσιόντων τώ Σωτήρι, και Ραββί καλούντων αυτόν, λάθρα δε κατ' αυτου τυρευόντων. Μεγαλορρήμονες δε ήσαν οι πρεσβύτεροι και οι αρχιερείς του λαού, τολμώντες ανακρίνειν τον Σωτήρα και λέγειν αυτώ Εν ποία εξουσία ταύτα πoιείς, και τίς σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην ; "Ενεκε της ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων νύν αναστήσομαι, λέγει

[ocr errors]

αυτώ. "Η και ούτως Οι πτωχοί δι' εμε και πένητες γεγονότες τώ πνεύματι στένoυσιν άει ταπεινούμενοι προσέχοντές μου τώ λόγω, και πίστιν ακλινή διασώζοντες ών ένεκεν αναστήσομαι, και κατά το πρέπον τή έμή αναστάσει σωτήριον στήσομαι πάσιν ανθρώποις εφ' ώπερ ώς μεγάλω παρρησιάσομαι κατορθώματι.

Τα λόγια Κυρίου λόγια άγνά, αργύριον πεπυρωμένον, δοκίμιον τη γή, κεκαθαρισμένον επταπλασίως. Ο δε άργυρος πολλάκις πυρούμενος αμιγης ετέρας ύλης εστίν ούτω καθαρά ψεύδους του Κυρίου τα λόγια.

Σύ, Κύριε, φυλάξεις ήμάς και διατηρήσεις ήμάς από της γενεάς ταύτης και εις τον αιώνα. Έπειδαν φυλάξης τους σους πτωχους, και επειδαν ημάς περιτειχίσης άμα τη ερχομένη γενεά, τη καλουμένη αιωνία, οι παράνομοι τότε, εκτός γενόμενοι της εις πάντας ανθρώπους χυθησομένης σου χάριτος, κύκλω περιπατήσoυσι, θεωροί γενησόμενοι των σωζομένων και τούτο έσται όταν υψωθώσιν οι ευτελείς των ανθρώπων.

Κύκλω οι ασεβείς περιπατούσι, κατά το ύψος σου επολυώρησας τους υιούς των ανθρώπων. Επειδή ο κύκλος τη ευθεία εναντίος εστί κατά την σκολιότητα και ευθύτητα, οι δε ασεβείς κύκλω περιπατούσιν, οι ευσεβείς άρα ευθείαν περιπατούCζV.

ΕΙΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΨΑΛΜΟΣ ΤΩΔΑΥΙΔΙΒ'.

atque Ρharao dixiι : Νon noυί Dominum "; jam ii dicunt, Quis noster Dominus est ? rati verborum suorum ellicacia, penes se potestatem esse exstinguenda Salvatoris doctrinae, quasi sciliceι ipsί suί juris et arbitrii essent. Haec ipsa erant Pharisieorum eι Sadducaeorum labia; φui cum dissimulatione Salvatorem adibant, Ralibi compellanιes, et clam interim conspirationem in illum conlabant, Μagniloqui autem erant seniores et principes sacerdoιum populi, ausi perconlari Salvatorem, ipsique dicere : In φua potestale hac (acis, ει φuis dediι ίibί hanc potestatem "2 VεRs. 6. Ρropιer miseriam inopum et gemiίum pauperum nunc easurgam, dicit Dominus. Ροηαηι in salutari, βducialiter agam in eo. Ηoc item modo interpretari liceι: Ωui mei causa mendici et pauperes spiritu facti sunt, humili semper allectu verbo meo harentes ingemiscunt, idemque inviolatam conservant: horum ego causa exsurgam; alque uί resurrectioni mea consentaneum est, salutem pariam omnibus hominibus : qua in re, ut praeclare gesta, fiducialiter agam. Vεns. 7. ΕΙοηuia Domini eloηuia casta, argentum igne eraminatum, probatum terra, purgatum septuplum. Αrgentum vero igni saepe traditum, cuπι nulla alia materia commiscetur; eodemque prorsus modo eloηuia Domini omni mehdacio vacua sunt. WεRs. 8. Τu, Domine, seruabis nos et custodies nos

[merged small][merged small][merged small][ocr errors]
[ocr errors][merged small][merged small][ocr errors]
« ПредыдущаяПродолжить »