Изображения страниц
PDF
[ocr errors]

και αμφιτάπητας, τους καλουμένους νυν τυλοτάπητας, και οίνου κεράμια και πυρους και κριθάς και άλευρον και κύαμον και φακόν, και μέλι και βούτυρον, και πρόβατα, και γαλαθηνά μοσχάρια Ευχαριστών ούν επί τούτοις φησίν Εν θλίψει έπλάτυνάς μοι.

Τί δε, λέγων εισηκούσθην, μη μακρόν κατέτονας λόγον; Μή πλατύν ονομάτων και βημάτων κατέγραψας πίνακα; Ουδαμώς, φησίν ο Δαυίδ ου γαρ χρήζει πολυλογίας ο Θεός, ο και μόνω στεναγμό αρχούμενος. Τούτο μόνον έλεγον προσευχόμενος Οίκτείρησον, και εισάκουσον της προσευχής μου. Είποι δε ταύτα και ο ληστής εν τώ σταυρό προς τον Κύριο ειπών γαρ και επικαλεσάμενος εν τη αυτού θλίψει Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου, εισηκούσθη, και αντί σταυρού τον παράδεισον ώκησε, και πολίτης γέγονε του ουρανού. Αυτός και προς τους Ιουδαίους βοήσεται. Υίοι ανθρώπων, έως πότε βαρυκάρδιοι, θεάσασθε την κτίσιν τώ κτίστη συμπάσχουσαν. Ει, τον Λάζαρον τετραήμερον από του τάφου τρέχοντα ιδόντες, ουκ επιστεύσατε, νύν γούν προσκυνήσατε του Σταυρωθέντος την δύναμιν νεκρούς ο σεισμός ανέστησεν, και υμείς τη απιστία καθεύδετε. Διά τί βαρυκάρδιοι; Τούτο μεν διά το μη κατανυγήναι τοις θαύμασιν, τούτο δε διά το εξ αφροσύνης βαρέως κατά του Χριστού οργίζεσθε. Μάρτυς ή Γραφή ειπούσα Βαρύ λίθος και δυσβάστακτος άμμος εργή δε άφρονος βαρυτέρα ότι ούτε νουθεσία θέλγεται, και θαύματα βλέπων οργίζεται.

[ocr errors][ocr errors]

tapetia quae jam tylotapetia vocantur , vini vasa figlina, frumentum, hordeum, farinam, fabas et lenιes, mel et butyrum, oves et lacteos vitulos. De his itaque gratias agens ait, in tribulatione dilatasti mihi. Cur autem cum te exauditum ais, non prolixum sermonem contexuisti ! Ωuare non longam nominum verborumque paginam exarasti 2 Νullatenus, inquit David, meque mulιο sermυne opus Deo est, cui vel solus gemitus sit satis : illud tantum in oratione dixi, Μiserere mei, et eraudi orationem nιeam. Illud etiam Domino dixeriι in cruce pendens Iatro, qui in cruciatu ipsum invocavit his verbis : Μemento mei, Domine, cum υeneris in regnum tuum".

" Is item exanditus est, ac crucis loco paradisum

[ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]

4. In βnem pro φκα hacreditaten consequitur psalmus Dαυid. In finem hymnus gratiarum actionis canitur pro anima sive pro Εcclesia, quae in divinam haereditaιem Dei famulis praeparatam ducitur. Εst quippe haereditas Deum.colentibus parata, et haec quidem non corruptibilis, neque in divitiis sensum moventibus consistit. Diciιur enim inducendos haeredes ipsius esse, inhareditatem incorruptibilem, inconta"minalam, immarcescibilem, conserυatam in calis"". Ιn illam eos φui digni sunt evocans Salvator aiι : Venile qui a deatris meis eslis, benedicti Ρatris mei, possidete paratum υοθis regnum "". Ηujus amore captus qui praesentem psalmum recitat, Deo quί ipsam praeparavit orationem emittit, ut dignus habeatur gui eam secundum testamentum novum consequatur, ita ut inscriptione illa, pro ea qua hacreditalem consequiιur, suam ipsam animam significet. VΕRs. 2. Verba mea auribus percipe, Domine, intellige clamoren meum. Sane verba ore prolala auribus percipiuntur et audiuntur : clamor autem, non quidem verbis, etiamsi ipsi dican't Deum universorum se cognoscere, ac labiis confiteri; sed in corde, sive in mente eorum exsistit : ac ne una quidem vera de Deo cogitatio erat. Ηujusmodi profecto erat ante Salvatoris adventum ιotum hominum genus. Insipiens autem admodum vere ac germane

dicitur qui negat Deum. Νam si initium sapientia C

1imor Domini", despectio ac contemptus Dei, oppositus sapientiae fuerit. VΕRs. 4. Ωuoniam ad te orabo, Domine, mane εταιιaies υocem meam : mane adslabo tibi et υidebis me. Ηis docetur anima φuae hacreditatem accipit, diurnorum operum primitias divino esse cultui consecrandas : quod utique non faceret, si in ipso cubili in ejus oblivionem veniret. VΕRs. 5, 6. Ωuoniam non Deus υolens iniquilatem ιu es : neque habitabit jurta te malignus, neφue permanebunt injusti ante oculos tuos. Utpole φue digna habita sit quae promissorum bonorum hacreditatem accipere1, iniquos sibi oculis subjicit. Iniqui enim ctiamsi antequam praevaricarenιur juxta le habita

[ocr errors]

Εις το τέλος υπέρ της κληρονομούσης ψαλμός τώ Δαυίδ. Εις το τέλος χαριστήριος ύμνος άδεται υπέρ της αγομένης ψυχής, ήτοι Εκκλησίας, εις θείαν κληρονομίαν ήτοιμασμένην τοίς του Θεού θεραπευταίς. Εστί γαρ κληρονομία τοις θεραπεύουσι Κύριον Έστι δε αύτη ου φθαρτη και εν αισθητώ πλούτω έχουσα είναι. Είρηται γαρ εισάγεσθαι τους ταύτης κληρονόμους εις κληρονομίαν άφθαρτον και αμίαντον και αμάραντον, τετηρημένην εν ουρανοίς. Εις ταύτην τους αξίους καλών ο Σωτήρ Δεύτε εκ δεξιών μου, είπερ (sic) οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ήτοιμασμένην υμίν βασιλείαν. Ταύτης έρωτα λαβών ο τον εγκείμενον ψαλμόν λέγων, ευχήν αναπέμπει τώ ευτρεπίσαντι αυτήν Θεώ, ίνα αξιωθή κληρονόμος αυτής κατά την καινήν διαθήκην αναδειχθήναι ώς και περί της αυτού ψυχής σημαίνει την επιγραφήν την υπέρ της κληρονομούσης.

Τα βήματά μου ενωτίσαι, Κύριε, σύνες τη κραυγή μου. Τα μεν ούν βήματα διά στόματος επαγγελλόμενα ώσιν ακούεται και ενωτίζεται η δε κραυγή ου διά των λόγων, κάν αυτοί ειδέναιεκαι ομολογείν τον επί πάντων Θεόν τοις χείλεσι φάσκοιεν" αλλ' εν τη καρδία εαυτών, τουτέστιν εν τη διανοία ουδε μία τις αληθής περί Θεού υπήρχεν έννοια. Τοιούτος μεν ούν ετύγχανεν πάς ο προ της του Σωτήρος ημών παρουσίας βίος. (1) "Αφρων δε αληθέστατα και φυσικώτατα ο αρνησίθεος ωνόμασται. Ει γαρ σοφίας αρχή φόβος Θεού, αφοβία και αθέτησις τουναντίον αν γένοιτο της σοφίας.

"Οτι πρός σε προσεύξομαι, Κύριε, το πρωί εισακούση της φωνής μου το πρωί παραστήσομαι σοι και επόμνημε. Παιδεύεται δια τούτων ή κληρονομούσα την απαρχήν των ημερινών πράξεων τή προς Θεόν ανατιθέναι λατρεία όπερ ουκ αν επoίει μη και από κοίτης έχουσα την αγνωσίαν.

"Οτι ουχί Θεός θέλων ανομίαν συ εί, ού παροικήσει σοι πονηρευόμενος, ουδε διαμενούσι παράνομοι κατέναντι των οφθαλμών σου. Ως αν ήξιωμένη των επηγγελμένων αγαθών ή κληρονομούσα, τους ανόμους επιδείκνυσιν εαυτή. Οι γάρ παράνομοι, ει και προ του παρανομήσαι παρώκησάν σοί ποτε,

[ocr errors]
[merged small][ocr errors][ocr errors][merged small][merged small][ocr errors]

λεία παραδίδωσι τους μη μόνον κατά απάτην λογιζομένους τα ψευδή, αλλά και λαλούντας αυτά, και ετέροις διακονουμένους, οποίοι τυγχάνουσιν οι άθεοι, αιρεσιώται. Και επί πάσι τούτοις τον άνδρα αιμάτων βδελύσσεται Κύριος, και εν τη ίση τούτω τιμωρία και τον δόλιον τίθησιν. υ δε βδελυγμός υπερβάλλουσαν αποστροφήν, ώς επί μεγάλω βιάσματι, του βδελυσσομένου προς τον βδελυκτον παρίστησι. Κύριε, οδήγησόν με εντή δικαιοσύνη σου ένεκα των εχθρών μου κατεύθυνoν ενώπιόν σου την όδόν μου. Χριστός δε η δικαιοσύνη, αυτός γαρ εγενήθη σοφία ημίν από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις. "Οτι ουκ έστιν εν τώ στάματι αυτών αλήθεια, ή καρδία αυτών ματαία. Ματαια δε και των έξω σοφών ή καρδία περί ών είρηται . Κύριος γινώσκει τους διαλογισμούς των σοφών, ότι εισιμάταιοι , ών ο λάρυγξ απέπνει νεκρά δόγματα, τον ζωοποιόν του Θεού λόγον μή διδασκόντων, τον δε ψευδή και νεκρόν Κρίνον αυτούς. ό Θεός, τους επιβουλεύοντάς μου ταίς περί της κληρονομίας ελπίσιν ούτοι γάρ σε παραπικραινούσι. Κρίνον σου γαρ σώζειν σπουδάζοντος, πολεμούσιν επιβουλεύοντες. Βούλεται δε και αυτούς εντεύθεν ήδη κριθέντας ώφεληθήναι, του πλήθους των ασεβημάτων έξω γεγενημένους.

Και ευφρανθήτωσαν πάντες οι ελπίζοντες επί σέ, εις αιώνα αγα.λ.λιάσονται και κατασκηνώσεις εν αυτοίς. Αλλά και επί της του Σωτήρος επιδημίας ηυφράνθησαν οι την αυτού καραδοκήσαντες ενανθρώπησιν ήτις τοίς προφήταις και τους νοούσι τα τούτων ήλπίζετο. Επεδήμησε γαρ ο Θεός Λόγος σάρξ γεγονώς, προσλήψει σαρκός, ίνα σκηνώση εν τοις πεπιστευκόσιν αυτώ, κατά το, Ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν , οί και εις αιώνα αγαλλιάσονται, ορώντες του σαρκωθέντος Λόγου την δόξαν, ώς Μονογενούς παρά Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας οί και φασιν . Ει και εγνωκαμεν κατά σάρκα Χριστον, αλλά νύν ουκέτι γινώσκομεν, έχοντες θεωρίαν της δόξης αυτού, καθ' ην Μονογενής παρά Πατρός έστιν. Και καυχήσονται εν σοι οι αγαπώντες το όνομά σου, ότι συ ευλογήσεις δίκαιον. Ούσης λόγου καυχήσεως, περί ής ο Παύλός φησιν - Μηδεις καυχάσθω εν ανθρώποις, και ο προφήτης Μή καυχάσθω ο σορός εν τη σοφία αυτού, και τα εξής ου τοιαύτη τυγχάνει ή του λέγοντος Εμοι δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τώ σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και, Ο καυχώμενος, εν Κυρίω καυχάσθω. Τοιούτοι περί ών ο λόγος, ήγαπηκότων αυτού το όνομα. Προαιρέσει γαρ, ου φόβω, τετιμηκότες εκαυχώντο. Αίτιον δε της καυχήσεως το των επουρανίων τυγχάνειν ευλογιών περί ών φησιν ο Απόστολος Ευλογητός ό Θεός ο ευλογήσας ήμάς εν πάση ευλογία πνευματική εν τούς επουρανίοις. Και τέλος δε αγαθών της ελπιζομένης κληρονομίας

[ocr errors]

Α eos, qui non modo per fallaciam mendacia cogitant: sed etiam illa proferunt, aliisque ea in re administri sunt : cujusmodi sunt athei et haerelici. Sed plus φuam eos omnes, tirum sanguinum abominatur Dominus, ac viro item doloso par supplicium destinat. Αbominatio aulem extremam abaminantis in abominatum aversionem, utpote in fα"dissimo scelere, significat. VεRs. 9. Domine, deduc me in iustitia tua : propιer inimicos meos dirige in conspectu tuo τianι meam. Christus sane justitia est; ipse namque noLis a Deo factus est sapientia, justitia item, sanctificatio et redemptio. VεRs. 10, 11. Ωuonian non est in ore εorum re-itas, cor eorum ranum est. Vanum quoque est cor Β exoticorum philosophorum, de quibus dicitur : Dominus notit cogitationes sapientum, φuonianι ταπε sunt " : quorum guttur mortifera exhalat dogmata, cum non viviticum Dei verbum doceat, sed mendacia et mortua proferat verba. Judica illos, Deus, qui mee de futura haereditate spei insidiantur : nam ii te summe irritant. Judica, te namque salu1em nostram procurante, insidiosumilli bellum parant. Perοptat etiam Dominus ipsos veliam judicatos inde juvari, si quidem a multitudine impietatum abscedant. VεRs. 12. Ει latentur omnes φui sperant in ιε, in εternum ετεullabunt ει habitabis in eis. In ipso Salvatoris adventu laelati sunt ii qui ejus incarnationem exspectabant : φuae quidem spes prophetis et iis qui paria sentiebant inerat. Αdvenit namque Deus Verbum cum caro factum est, assumpta carne ut cum fidelibus suis habitaret, juxta illud: Τerbum caro factum est et habitauit in πούis ". Πi autem in aeternum exsultabunt, videntes incarnati VerLi gloriam ηuasi Unigeniti a Ρatre, plenum gratir et reritatis ". Ωui dicunt etiam : Εtsi cognorerimus Christum secundum carnem, Jam non ultra norimns eum "", habentes contemplationem gloriae ejus, secundum quam esι Unigenitus a Ρatre.

VΕRs. 15. Ει gloriabuntur in te φui diligunt ποmen tuum, ηuoniam tu benedices justo. Cum gloriationis verbum siι, de quo Paulus ait : Νulius ΙΟ glorietur in hominibus ", et propheta : Νε glorietur sapiens in sapientia sua ", et reliqua; non hujusmodi sane gloria ejus est, qui sic ait : Μihi auten absit gloriari, nisi in cruce Domini nostri Jesa Christi", et : Ωui gloriatur in Dommo glorietur". Τales ii sunt de quibusjam sermo est, φui scilicet dilexerunt nomen ejus. Proprio enim voluntatis delectu, non autem timore, Deum colenιes gloriabantur. Porro gloriationis hujusmodi causa a cα-lestibus benedictionibus quas consecuturi sunt petitur; de quibus ait Αpostolus : Βenedictus Dominus, φui benedirit nos in omni benedictione spirituali in

[ocr errors]

calestibus ". Finis autem Lonorum in ea quam Α ο της δικαιοσύνης στέφανος, ού τεύξονται οι κατά λόμενος, πριν υπό του κοινού καταληφθήναι. Διό Α nilatem obtineat, priusquam a communi debιιο

[merged small][ocr errors][ocr errors][ocr errors]
[merged small][ocr errors]

Ογδόη η αναστάσιμος του Σωτήρος ημέρα κυριακή σωτήριος, εν ή πάντων αμαρτημάτων καθάρσιον είναι πιστεύομεν εν ή συμβολικώς μεν άπαν περιετέμνετο βρέφος, κατά δε το αληθές καθαίρεται δι' αναγεννήσεως πάσα εν Θεώ ψυχή γεννωμένη. Τοσούτον δε κρείττον αυτή της εβδόμης, ώς εν αυτή λύεσθαι την περί του σαββάτου νομοθεσίαν, ει καταλάβοι κατ' αυτήν ή του βρέφους ογδόη περιτέμνεται γάρ άνθρωπος εν σαββάτω. Κύριε, μη τώ θυμώ σου ελέγξης με, μηδέ τή οργή σου παιδεύσης με Ελέησόν με, Κύριε, ότι ασθενής ειμι ίασαι με, Κύριε, ότι έταράχθη τα οστά μου. Εξ ασθενείας γαρ άπαν αμάρτημα γίνεται, προς το πάθος αει της ψυχής ενδιδούσης διο καταφεύγει προς τον Σωτήρα και ιατρον, τον Υιόν του Θεού. Εγγενόμενος γάρ ψυχή τη λογική, ώς μεν λόγος Θεού την αλογίαν αυτής αφαιρείται ώς δε σοφία της αφροσύνης αυτην απαλλάττει, και ώς δικαιοσύνη της αδικίας, και ώς αλήθεια του ψεύδους ελευθεροί. Τας νεανικάς δε της ψυχής υποφαίνει δυνάμεις, τεταράχθαι φήσας αυτού τα οστά, δι' ών είωθεν ο αντιβαίνειν τοις πάθεσιν ανδρικώς ο δή σαφηνίζων επήγαγε. Και η ψυχή μου έταράχθη σφόδρα. Ίασις δε ασθενείας ψυχής ή εκ Θεού δύναμις ής ο τυχών φησι. Πάντα ισχύω εν τώ ενδυναμούντί με Χριστώ. "Οτι δε μη πάντως αισθητά τα οστά, δηλοί τό, Πάντα τα οστά μου έρoύσιν. Κύριε, τίς όμοιός σοι; Και το, Διεσκορπίσθητά οστά ήμών παρά τον άδην.

[ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]

Εταράχθη από θυμού ο οφθαλμός μου, επαλαιώθην εν πάσι τοις εχθροίς μου. Η μνήμη, φησί, του θυμού σου και της οργής τον εμόν ετάραξε νούν οδη διδάσκων ο Σωτήρ έλεγεν Ο λύχνος του σώματος εστιν ο οφθαλμός. Ου γαρ εγχωρεί ένα των δυείν οφθαλμών του σώματος λύχνον είναι , αλλ' ουδε σωματικός οφθαλμός υπό θυμού ταράσσεται του

εού. Αντί κατορθώματος δε καταριθμείται τάς ιδίας κακοπαθείας , εν αίς και την κάκωσίν τε και ταπείνωσιν, ήν επί πλείστον χρόνον εν μέσοις εποιείτο τοις ιδίοις εχθροίς.

Απόστητε απ' εμού, πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν, ότι εισήκουσε Κύριος της φωνής του κ.λαυθμού μου. Εισήκουσε Κύριος της δεήσεώς μου, Κύριος την προσευχήν μου προσεδέξατο. Αίσχυνθείησαν και ταραχθείησαν πάντες οι εχθροί μου, επιστραφείησαν και αισχυνθείησαν σφόδρα διά τάχους. Επηκόου τυχών του Θεού, επιστρέφει πάλιν προς αυτόν την ευχήν, και παρα

comprehendatur. Quamobrem aiι: Ρrouna nocte qua peccatum admisi, per singulas noctes confileor, id salagens ut meipsum et lectum in quo peccavi, posnitentiae lacrymis abluam. Probe scio enim, etiamsi remissionem polliceatur, me lacrymandi tamen finem nunquam facturum. IHud autem : Ωuis con/itebitur tibi ? loco verbi, nullus, positum est, neque enim paucitatem confilentium nunc significat. VΕRs. 8. Τurbatus est a furore oculus meus : inυeleraυί inter omnes inimicos meos. Μemoria, inquit, furoris iraeque tuae mentem mean, ιurbavit : quod ipsum Salvator his verbis docuit : Lucerna corporis ιui est oculus ιuus "". Νeque enim fieri potest, uι υnus tantum ex duobus oculis sit corporis lucerna : at neque corporeus oculus a furore Dei turbatur. Ιnter recle facta vero calamitates et aerumnas suas enumerat, in quibus recensenda est afilictio illa et abjectio, quam diuturno ιempore in1er medios inimicos perpessus est. VΕRs. 9-11. Discedite α me, omnes qui operamini inίηuilatem, φuoniam eraudiuit Dominus νocem fletus mei. Εraudiuit Dominus deprecationem meam, Dominus orationem meam suscepίι. Εrubescunt εί conturbentur omnes inimici mei, confundantur et erubescanι υαίde υelociter. Cum Deum sibi propίtium mactus sit, ad ipsum denuo orationem suam convertit ; rogatque ut recedant et confundamkur

καλεί προς το αναχωρήσαι και αισχυνθήναι αυτού C inimici sui, posίquam insidiaeipsorum, Deo sibi per

[ocr errors][merged small][ocr errors][ocr errors][ocr errors][merged small][ocr errors][ocr errors][ocr errors]

« ПредыдущаяПродолжить »