Изображения страниц
PDF

λεία παραδίδωσι τους μη μόνον κατά απάτην λογι-Α eos, qui non modo per fallaciam mendacia cogi

ζομένους τα ψευδή, αλλά και λαλούντας αυτά, και ετέροις διακονουμένους, οποίοι τυγχάνουσιν οι άθεοι, αιρεσιώται. Και επί πάσι τούτοις τον άνδρα αιμάτων βδελύσσεται Κύριος, και εν τη ίση τούτω τιμωρία και τον δόλιον τίθησιν. Ο δε βδελυγμός υπερβάλλουσαν αποστροφήν, ώς επί μεγάλω βιάσματι, του βδελυσσομένου προς τον βδελυκτον παρίστησι. Κύριε, έδήγησόν με εντή δικαιοσύνη σου ένεκα τών εχθρών μου κατεύθυνoν ενώπιόν σου την έδόν μου. Χριστός δε η δικαιοσύνη , αυτός γαρ εγενήθη σοφία ημίν από Θεού, δικαιοσύνη τε και άγιασμός και απολύτρωσις. "Οτι ουκ έστιν εν τώ στόματι αυτών αλήθεια, ή καρδία αυτών ματαία. Ματαία δε και των έξω σοφών ή καρδία περί ών είρηται . Κύριος γινώσκει τους διαλογισμούς των σορών, ότι εισιμάταιει , ών ο λάρυγξ απέπνει νεκρά δόγματα, τον ζωοποιόν του Θεού λόγον μή διδασκόντων, τον δε ψευδή και νεκρόν Κρίνον αυτούς. ο Θεός, τους επιβουλεύοντάς μου ταίς περί της κληρονομίας ελπίσιν ούτοι γάρ σε παραπικραινούσι. Κρίνον σου γαρ σώζειν σπουδάζοντος, πολεμούσιν επιβουλεύοντες. Βούλεται δε και αυτούς εντεύθεν ήδη κριθέντας ώφεληθήναι, του πλήθους των ασεβημάτων έξω γεγενημένους.

[ocr errors][ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]

tant : sed etiam illa proferunt, aliisque ea in re administri sunt : cujusmodi sunt athei et haerelici. Sed plus quam eos omnes, tirum sanguinum abominatur Dominus, ac viro item doloso par suppli«ium destinat. Αbominatio autem extremam abominantis in abominatum aversionem, utpole in Ια"dissimo scelere, significat. VΕRs. 9. Domine, deduc me in justitia t"ια : propιer inimicos meos dirige in conspectu tuo rianι meam. Christus sane justitia est : ipse namque noLis a Deo factus est sapientia, justitia item, sanctificatio et redemptio. VεRs. 10, 11. Ωuonian non est in ore εorum re-itas, cor eorum ranum est. Vanum quoque est cor

Β exoticorum philosophorum, de quibus dicitur : Do

minus notit cogitationes sapientum, φuonian rande sunt " : quorum gutιur mortifera exhalat dogmata, cum non viviticum Dei νerbum doceat, sed mendacia et mortua proferat verba. Judica illos, Deus, qui mee de futura hacreditate spei insidiantur : nam ii ιe summe irritant. Judica, ιe namque salu1em nostram procurante, insidiosum illi bellum parant. Perοptat etiam Dominus ipsos vel jam judicatos inde juvari, si quidem a multitudine impietatum abscedant. VεRs. 12. Ει latentur omnes φui sperant in ιε, in αεternum ετsultabunt et habitabis in eis. In ipso Salvatoris adventu laelati sunt ii qui ejus incarnationem exspectabant : φuae quidem spes prophetis et iis qui paria sentiebant inerat. Αdvenit namque Deus Verbum cυn caro factum est, assumpta carne ut cum fidelibus suis habitaret, juxta illud : Verburn caro factum est et habitat it in nobis ". Ιi autem in aeternum exsultabunt, videntes incarnati Verli glorian quasi Γnigeniti a Ρatre, plenum gratir et reritatis ". Ωui dicunt etiam : Εtsi cognorrrinas Christum secundum carnem, Jam non μltra noriπιτιs eum "", habentes contemplationem gloriae ejus, secundum quam esι Unigenitus a Ρatre.

VΕRs. 15. Ει gloriabuntur in φui diligunt ποmen trιum, quoniam tu benedices justo. Cum gloriationis verbum siι, de quo Paulus aiι : Νullus glorietur in hominibus ", et propheta : Νε glorietur sapiens in sapientia sua ", et reliqua; non hujus. modi sane gloria ejus est, qui sic ait : Μihi autenι absit gloriari, nisi in cruce Domini nostri Jrsa Christi ""; et : Ωui gloriatur in Domino glorietur". Τales ii sunt de quibus jam sermo est, φui scilice! dilexerunt nomen ejus. Proprio enim voluntatis delectu, non autem timore, Deum colenιes gloriabantur. Porro gloriationis hujusmodi causa a cα-lestibus benedictionibus quas consecuturi sunt petiιur; de quibus ait Αpostolus : Βenedictus Dominus, φui benedirit nos in omni benedictione spirituali ίπ

[ocr errors]

coelestibus ". Finis autem Lonorum in ea quam Α ο της δικαιοσύνης στέφανος, ούτεύξονται οι κατά

[merged small][ocr errors]

Οctava est salutaris resurrectionis Christi Dominica dies, in qua peccatorum omnium purgationem esse credimus; in qua symbolice quidem circumcidehantur omnes infantes, sed revera per regenera. ιionem purgatur anima qualibet in Deo genita. Usque adeo autem praestantior est die septima, ut in ea solvatur lex Sabbati, si cum octava infantis die incidat Sabbati dies : homo quippe vel in Sab5ato circutnciditur.

VΕRs. 2-4. Domine, me in (urore ιuo arquas "ne, neque in ira tua corripias me. Μiserere mei, Domine, φuonian infirmus sunι : sana me, Domine, φuoniam conίurbata sunί ossa mea. Νam omne delicίum ex infirmitate oritur, quia anima ad pravos semper affectus inclinatur : quapropιer ad Servatorem et medicum, Dei sciliceι Filium, confugit. Νam cum in animam ratiοnabilen advenit, utpoιe verΙοικm et ratio Dei, ejus irrationabiles motus eliminal ; ut sapientia, ab insipientia ipsam liberat, ut justitia ab injustitia, ut veritas a mendacio. Robustas porro animi vires subindicat, cum ait con

[ocr errors][merged small][ocr errors]

Ογδόη η αναστάσιμος του Σωτήρος ημέρα κυριακη σωτήριος, εν ή πάντων αμαρτημάτων καθάρσιον είναι πιστεύομεν εν η συμβολικώς μεν άπαν περιετέμνετο βρέφος, κατά δε το αληθές καθαίρεται δι' αναγεννήσεως πάσα εν Θεώ ψυχή γεννωμένη. Τοσούτον δε κρείττον αυτή της εβδόμης, ώς εν αυτή λύεσθαι την περί του σαββάτου νομοθεσίαν, ει καταλάβοι κατ' αυτήν ή του βρέφους ογδόη περιτέμνεται γάρ άνθρωπος εν σαββάτω.

Κύριε, μη τώ θυμώ σου ελέγξης με, μηδέ τή οργή σου παιδεύσης με. Ελέησόν με, Κύριε, ότι ασθενής ειμι ίασαι με, Κύριε, ότι έταράχθη τα οστά μου. Εξ ασθενείας γαρ άπαν αμάρτημα γίνεται, προς το πάθος αει της ψυχής ενδιδούσης διό καταφεύγει προς τον Σωτήρα και ιατρον, τον Υιόν του Θεού. Εγγενόμενος γάρ ψυχή τη λογική, ώς μεν λόγος Θεού την αλογίαν αυτής αφαιρείται ώς δε σοφία της αφροσύνης αυτην απαλλάττει, και ώς δικαιοσύνη της αδικίας, και ώς αλήθεια του ψεύδους ελευθεροί. Τας νεανικάς δε της ψυχής υποφαίνει δυνάμεις, τεταράχθαι φήσας αυτού τα οστά, δι' ών είωθεν

turbata esse ossa sua, quibus viriliter violentis ο αντιβαίνειν τοις πάθεσιν ανδρικώς ο δή σαφηνίζων

[ocr errors][ocr errors][merged small][ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]

Εταράχθη από θυμού ο οφθαλμός μου, επαλαιώθην εν πάσι τοίς εχθροίς μου. Η μνήμη, φησί, του θυμού σου και της οργής τον εμόν ετάραξε νούν οδη διδάσκων ο Σωτήρ έλεγεν Ο λύχνος του σώματος εστιν ο οφθαλμός. Ου γαρ εγχωρεί ένα των δυείν οφθαλμών του σώματος λύχνον είναι , αλλ' ουδε σωματικός οφθαλμός υπό θυμού ταράσσεται του Θεού. Αντί κατορθώματος δε καταριθμείται τάς ιδίας κακοπαθείας , εν αίς και την κάκωσίν τε και ταπείνωσιν, ήν επί πλείστον χρόνον εν μέσοις εποιείτο τοίς ιδίοις εχθροίς. Απόστητε απ' εμού, πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν, ότι εισήκουσε Κύριος της φωνής του κ.λαυθμού μου. Εισήκουσε Κύριος της δεήσεώς μου, Κύριος την προσευχήν μου προσεδέξατο. Αίσχυνθείησαν και ταραχθείησαν πάντες οι εχθροί μου, επιστραφείησαν και αισχυνθείησαν σφόδρα διά τάχους. Επηκόου τυχών του Θεού, επιστρέφει πάλιν προς αυτόν την ευχήν, και παρακαλεί προς το αναχωρήσαι και αισχυνθήναι αυτού τους εχθρούς, αποτυχόντας εν οίς επεβούλευσαν, δι' ών αυτώ Θεός την σωτηρίαν παρέσχετο. Αξιοί δε και λίαν αυτούς ταραχθήναι ο δή πάντως αυτούς κατά τον καιρόν της του Θεού δικαιοκρισίας εκδέξεται. ΨΑΛΜΟΣ ΤΩ ΔΑΥΙΔ Ζ'. "Ονήσε τώ Κυρίω υπέρ των λόγων Χουσι υιού Ιεμενεί. Κύριε ο Θεός μου, επί σοι ήλπισα σώσόν με εκ πάντων τών διωκόντων με, και βύσαίμε, μήποτε άρπάση ώς λέων την ψυχήν μου, μη όντος λυτρουμένου, μηδε σώζοντος. Ουκ επ' ανθρώποις, ουδε συμβουλαίς ανθρώπων, ή στρατού πλήθει τας εμάς ελπίδας απήρτησα Διό με ρύσαι πολεμίων μοι τοσούτων επικειμένων διά παντός. Ου μόνον νύν Αβεσσαλώμ, και Αχιτόφελ, και τών συν αυτοίς αλλά και πάλαι νέω όντι Σαούλ τε και πλείστων των τε δι' αυτών αφανώς μοι πολεμούντων δαιμόνων ών περί του άρχοντος είρηται Ο αντίδικος υμών διάβcλος ώς λέων ώρυόμενος περιέρχεται ζητών τίνα καταπίη , εξ ού μάλιστα βυσθήναι παρακαλώ.

[ocr errors][ocr errors]

Α nitatem obtineat, priusquam a communi debιιο Comprehendatur. Ωuamobrem aiι : Ρro una nocte qua peccatum adInisi, per singulas noctes confileor, id salagens ut meipsum et lectum in quo peccavi, pα:nitentiae lacryιnis abluam. Ρrobe scio enim , etiamsi remissionem polliceatur, me lacrymandi tamen finem nunquam facturum. IHud autem : Ωuis con/ilebitur libi ? loco verbi, nullus, positum est, neque enim paucitatem confilentium nunc significat.

VΕRs. 8. Τurbatus est a furore oculus meus : in

υelerαυi inter omnes inimicos meos. Μemoria, inquit, furoris irarque ιuae mentem meam ιurbavit : quod ipsum Salvator his verbis docuit : Lucerna corporis lui est oculus ιuus "". Νeque enim fieri

Β potest, ut unus tantum ex duobus oculis sit corporis lucerna : at neque corporeus oculus a furore Dei turbatur. Ιnter recle facta vero calamitates et aerumnas suas enumerat, in quibus recensenda est afilictio illa et abjectio, quam diuturno lempore in1er medios inimicos perpessus est.

VΕRs. 9-11. Discedite α me, omnes φui opera

mini iniφuilatem, φuoniam eraudiuiι Dominus νocenι fletus mei. Εraudiuit Dominus deprecationem mean, Dominus orationem meam suscepiί. Εrubescunt et conturbenίur omnes inimici mei, confundantur et erubescanί υαίde υelociter. Cum Deum sibi propίιium mactus sit, ad ipsum denuo orationem suam convertiί ; rogatque ut recedant et confundamkur

C inimici sui, posιquam insidiae ipsorum, Deo sibi per eas salutem conferenιe, male cesserunt. Precatuz autem, ut vehementer conturbentur : quod ipsis sanejusti Dei judicii tempore evenιurum esί.

[ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]

miίissimus super omnes homines qui morabantur in terra ""; Αbrahami fides : Credidit enim Deo, et reputatum est et in justitiam ""; Jobi patientia, Josephi continentia, Salomonis sapienlia. Certe sancίorum egregia virtus, non in rebus iisdem testimonium accepit, sed in quo certaminis genere precellebat. David igitur qui semper tolerantiam oblivionemque injuriarum expetiit, id apud Deum conιendit ut paria consequatur. Νam a Spiritu divino edidiceraι futuram illam Salvaloris promissionem : Si dimiserilis hominibus peccaια eorum, dimitlet et υobis Ρater υester cαlestis delicια υestra "". Quare cum congruentem edidisset pαnitentiam, veniam consecutus est. VΕRS. 6. Ρerseψualur inimicus animam meam, et εomprehendat, el conculcet in terra υitam meam, et gίoriam meam in puluerem deducat. Ρluribus ita verbis insisιens aiι : Si eam rem non probe egerim ne a peccato ante obiιum eripiar, neque gloriam meam recipiam, sed in ipsis delictis comprehendar, ut inimicus meus, perinde aιque in ipso peccandi 1empore, animam meam semper conculcet, donec ea in pulverem mortis reverιatur. Sin contra probe me gesserim, redemptus ea quae par esι consequar, neque in pulverem peecati carnalis, in quem delapsus sum, permaneam. Vita ejus qui terreni hominis imaginem gerit, ab inimico in terra conculcata esί. Ωuamobrem ille, etiamsi videatur aliquando gloria allici, allamen gloria ejus in pulvere jacet; Φuales sunt qui glorie causa agunt, laudes expeιunt, vel mercedem ab hominibus aucupantur. VΕRs. 7, 8. Εrsurge, Domine, in ira ιua et eraltare in finibus inimicorum ιuorum. Εrsurge, Domine Deus meus, in pracepto quod mandasti, et sψnagoqα populorum circum dabit le. Dominum hortaιur, ut veluίi dux exerciίus cum indignatione consurgat adversus principem exercitus invisibilium inimicorum, sic eum compellans : Τu ipse, qui mobis hominibus praecepisti ut concertemus, idipsum faciίο. Ιis enim abs ιe fugatis ac deletis, ego salvus ero; neque solus, sed eliam Εcclesia ex gentibus circumdabit te, eliminato scilicet omni daemonum errore. In illa sane velut in choro medius consisιens hymnum emiιιes Ρatri ιuo, quemadmodum dixisti: Νarrabo nomen luum (ratriύus meis, in nιedi0 Εcclesia laudabo le".

[merged small][ocr errors]
[ocr errors]

ήν παρά πάντας τους ανθρώπους τους όντας επί της γης του Αβραάμ δε η πίστις. Επίστευσε γαρ τω Θεώ, και ελογίσθη αυτώ εις δικαιοσύνην και του Ιώβ η καρτερία, και Ιωσήφ η σωφροσύνη, και η σοφία του Σαλομώντος. Και το στερρον των αγίων ουκ επί τοις αυτοίς μεμαρτύρηται αλλ' εν ώ κρατεί παραδόξω παλαίσματι. Δαυίδ τοίνυν ο διά παντός αμνησίκακον ήτησε, προτείνει Θεώ τών των εξ αυτού τυχείν εξαιτούμενος."Ηδει γαρ εκ του θείου Πνεύματος την μέλλουσαν του Σωτήρος επαγγελίαν την, Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ό Πατήρ ύμών ό ουράνιος τα παραπτώματα ύμών. Διο μετά την ικανην μετάνοιαν έτυχε της αφέσεως.

[ocr errors]

καταλάβοι και καταπατήσαι εις γην την ζωήν μου, και την δόξαν μου εις χούν κατασκηνώσαι. Διατεινόμενος δε φησιν Ει μη κατώρθωσα τούτο, μη ελευθερωθείην προ του θανάτου της αμαρτίας, μηδε την εμήν απολάβοιμι δόξαν, εν αυταίς δέ μου καταληφθείην ταίς αμαρτίαις, ίν' ώς ότε ήμαρτον ούτω μέχρι παντός την εμήν ο δυσμενής καταπατήση ψυχήν, μέχρι του εις χούν υποστρέψαι θανάτου. Ει δε κατώρθωσα, τύχοιμι των ίσων λυτρούμενος, και μη εις όν εξ αμαρτίας κατέπεσα χούν επιμένων της σαρκικής αμαρτίας. Η ζωή του έτι την εικόνα του χοίκου φορούντος καταπεπάτηται υπό του εχθρού εις γην ούτος δε, κάν δοξάζεσθαι ποτέ δοκή, κατεσκήνωσεν αυτού η δόξα εις χούν, ώς των ποιoύντων διά δόξαν, και τον παρ' αυτών έπαινον, ή την παρ' αυτοίς αποδοχήν.

Ανάστηθι, Κύριε, εν τη αργή σου, υψώθητι εν τοίς πέρασι των εχθρών σου. Εξεγέρθητι, Κύριε ό Θεός μου, εν προστάγματι ώ ενετείλω, και συναγωγή λαών κυκλώσει σε. Οία δή στρατηγόν διαναστήναι συν αγανακτήσει κατά του των αοράτων πολεμίων άρχοντος στρατοπέδου, λέγων . "Ο τοίς ανθρώποις ημίν προσέταξας αγωνίζεσθαι κατά των αοράτων δυνάμεων, τούτο δράσον αυτός. Τούτων γαρ υπό σου καθηρημένων, καγώ σωθήσομαι, ου μόνος, αλλά και η των εθνών Εκκλησία κυκλώσει σε, πάσης δαιμόνων πλάνης απελασθείσης. Ταύτης δε καθάπερ χορού μέσος γενόμενος ύμνον αναπέμψεις πρέποντα τό Πατρί καθάπερ έφης Απαγγελώ το όνομά σου τοίς αδελφοίς μου, εν μέσω Εκκλησίας ύμνήσω σε.

Και ύπερ ταύτης εις ύψος επίστρεφον, Κύριος κρινεί.λαούς. Κρίνον με, Κύριε, κατά την δικαιοσύνην σου, και κατά την ακακίαν μου επ' εμέ. Επειδή πάν το ποίημα άξει ο Θεός εις κρίσιν, και τους πάντας δει παραστήναι τώ βήματι του Χριστού, εικότως μαθών ο Δαυίδ, ότι μέλλει κρίνειν την οικουμένην εν δικαιοσύνη και λαούς εν ευθύτητι Γενού, φησί, καμου κριτης, ώ Κύριε, μη κατά τας λοιπάς μου πράξεις, αλλά κατά την απλότητά μου και δικαιοσύνην.

[ocr errors]

τευθυνείς δίκαιον, ετάζων καρδίας και νεφρούς ο Θεάς. Επιστημονικόν και μέγα το πέρας αιτείσθαι γενέσθαι κακίας, κυβέρνησιν δε τώ δικαίω προς το μηκέτι χειμάζεσθαι. Περί δικαιοκρισίας είπών του εού, μόνον δίκαιον αποφαίνει κριτήν, ώς και μόνον ορώντα καρδίας αυτός γαρ αποδίδωσιν εκάστω κατά τα έργα αυτού. Ανθρωπος μεν γαρ εις όψιν όρά, αυτός δε κριτικός εστιν ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας ουκ έστι κρίσις αφανής ενώπιον αυτού. Τοιούτον δείξας τον Θεόν, πεπαρρησιασμένω συνειδότι φησίν. Η βοήθειά μου παρά του Θεού του σώζοντος τους ευθείς τη καρδία. Χρηστά γαρ ελπίζει διά τον ετάζοντα καρδίας και νεφρούς, ώς δη σκολιόν έχων ουδέν εν καρδία. Εάν μη επιστραφήτε, την ρομφαίαν αυτού στι.1βώσει το τόξον αυτού ενέτεινε και ήτοίμασεν αυτό. Μήποτε παρασεσιωπημένως ταύτα περί του διαβόλου λέγεται ούτος γαρ προς τούτους και ώδίνησεν αδικίαν, και τα εξής. Ιδού ώδίνησεν αδικίαν, συνέλαβs πόνον, και έτεκεν αναμίαν. Αάκκον ώρυξε και ανέσκαψεν αυτόν, και εμπεσείται εις βόθρον δν ειργάσατο. Επιστρέψει ο πόνος αυτού εις κεφαλήν αυτού, και επι κορυφήν αυτού ή αδικία αυτού καταβήσεται. Ταύτα ρητώς επ' Αχιτόφελ πεπλήρωται. Παρευδοκιμηθείς γαρ υπό του Χουσί, και τα πράγματα του Αβεσσαλώμ, ώς δη σοφος, απογνούς, και την μέλλουσαν εκ του Δαυίδ φοβούμενος δίκην, οίκαδε αναχωρήσας απήγξατο, παθών άπερ επεβούλευε παθείν τον Δαυίδ, και την κατ' αυτού κακίαν επί την αυτού κεφαλήν απεμάξατο. Και καθόλου δε πάς δι' ών ειργάσατο κακών καθ' εαυτού την ψήφον εν ημέρα κρίσεως φέρει. Εξομολογήσομαι τώ Κυρίω κατά την δικαιοσύνην αυτού, ψαλώ τώ ονόματι Κυρίου του Υψίστου. Ως δε μηδενί αυτός επιβουλεύσας, μηδε λάκκον ορύξας, παρορών δε τους αδικούντας των ασεβών απoλλυμένων εν κρίσει , Εξομολογήσομαι, φησί, τώ Κυρίω κατά την δικαιοσύνην αυτού . Τα εμαυτου δίκαια καθάπερ εν δικαστηρίω πρoθείς και ψαλώ δε τώ ονόματι Κυρίου του υψίστου πιστεύων καταξιωθήσεσθαι του χορού των παρ' αυτού σωζομέΥt)Ψ. ΨΑΛΜΟΣ ΤΩ ΔΑΥΙΔΗ'. Εις το τέλος υπέρ των ληνών. Τα επί τη συντελεία νύν των αιώνων προφητευόμενα την επιγραφήν, εις το τέλος, εποίησεν. Υπέρ δε των ληνών διά τας εν πάση τη γή συστάσας Εκκλησίας, αλληγορίας νόμω λεγομένας ληνούς."Οτε μεν εις ήν λαός ήν δε ούτος Ισραήλ, ώ εχρημάτιζε και πύργος ο παρά τούτοις νεώς, και προλήνιον το προ του ναού θυσιαστήριον κατά την Ησαίου φωνήν. Το δε πλήθος νυνι των ληνών τα πολλά μηνύει θυσιαστήρια, ταίς κατά μέρος εκκλησίαις συνδιαιρούμενα. Διο και εν πγ' ψαλμώ τον αυτόν επιγραφέντι

[ocr errors]
[ocr errors]

VΕRs. 10, 11. Consumatur nequitia υcccatorum et diriges justum, scrutans corda et renes, Deus. Scitum magnumque est posιulare ut finis sit Inalitiae; utque justus ita dirigatur, ut nunquam ultro Πuctuet. Cum autem de tribunali Dei loquitur, solum eum esse justum judicem pronuntiat, utpote qui solus corda videat. Ipse namque reddit unicuique juxta opera sua. Ηomo quippe υidet in facie"; ipse vero judex cogitationum est et animi sensuum: nullum judicium occultum ipsi esι. Cum talem esse Deum declarasset, confidens ac conscientia sua securus dicit : Αdjulorium meum a Deo, gui salυos facil reclos corde. Βοna etenim sperat ab eo qui scrutatur corda et renes, quod nihil tortuosum in corde habeat. VΕRs. 15. Νist conversi fuerilis, gladium suum υibrabiι : arcum suum letendit et parariί illum. Νum haec ιacite et obscure de diabolo dicuntur: nam is adversus homines parturiit injustitiam, θt C3etera. VΕRs. 15 - 17. Εcce parturiit injustitiam, concepit dolorem et peperit iniφuitatein. Lacun aperuit et effodit eum, et incidet in [ουeum ηuam (eciί. Conυerleιur dolor ejus in caput ejus, in υerlicem ipsius inίηuilas ejus descendet. Haec ad verbum in Αchitophele completa sunt. Νam a Chusi superatus, cum de rebus Αbsalonis, uίpote vir prudens, desperaret, futuramque Davidis vindictam pertimesceret, in domum secedens sese laqueo suspen

[merged small][merged small][ocr errors][merged small]
« ПредыдущаяПродолжить »