Изображения страниц
PDF

πειαν, την κατά πάντων βασιλείαν, τών τε εν ουρανοίς και των επί γης αναδησάμενος. Και πάλιν τα μεν προφητικά μαρτύρια περιείχεν, ώς ένδυσάμενος δύναμιν ο Κύριος, εστερέωσε την οικουμένην, ήτις ου σαλευθήσεται. Επιστώθη δε και ταύτα, ότε μετά το πάθος, την οικείαν απολαβών δύναμιν, εν πάση τη των ανθρώπων οικουμένη την Εκκλησίαν αυτού εστερέωσεν, εις το μηκέτι σαλεύεσθαι ώδε κακείσε τας των ανθρώπων ψυχάς περί την άθεον δεισιδαιμονίαν πλανωμένας. Και πάλιν τα μεν διά των προφητών μαρτύρια προεφήτευον, ώς άρα οι ποταμοί επαρούσι φωνήν αυτών, και άλλοι ποταμοί αρούσι τας επιτρίψεις αυτών και ταύτα δε τα μαρτύρια επιστώθη, ότε κατά πάσας τας Εκκλησίας του Θεού και καθ' όλης της οικουμένης τα πλήθη των ευσεβούντων κατά το Ευαγγέλιον επαίρει φωνάς ευχαριστηρίους, τάς δι' ευχών και υμνολογιών των προς τον Θεόν αναπεμπομένας, υφ’ ών οι πάλαι επιτριβόμενοι σοφοί του αιώνος τούτου κατήρηνται, και τας επιτρίψεις αυτών περιείλον, ώς πάσαν αυτών σβεσθήναι την φιλοσοφίαν. Κατά τα αυτά δε και τας λοιπας των προφητειών προροήσεις διεξιών, εφ' εκάστω αρμόσεις το, Τά μαρτύριά σου επιστώθησαν σφόδρα. Αι μεν ούν από των θείων Γραφών μαρτυρίαι, σφόδρα το πιστόν ειλήφασι διά της εν ταίς εκβάσεσιν όρωμένης αληθείας τώ δε οίκω σου, τουτέστι τη Εκκλησία σου, ουδέν ούτω πρέπει εις το φυλάττεσθαι αυτήν εις μακρότητα ημερών, ώς αγιωσύνη. Ως γαρ τοίς μαρτυρίοις σου οικεία εστίν η αλήθεια και η πίστις, ούτω και τώ οίκω σου πρέπει αγιωσύνη υφ' ής φυλαττόμενος μένει και παραμενεί εις μακρότητα ημερών. Ει γάρ ποτε συμβαίη απρέπειαν εν τω οίκω σου ευρεθήναι, και αντί αγιάσματος βέβηλον, και ακάθαρτον, και μυσαραν πράξιν, ουκέθ' οίόν τε αυτό εις μακρότητα ημερών διαμένειν. Ερεί γαρ ο εν αυτώ κατοικών Θεός άγιος ών και εν αγίοις αναπαυόμενος, ή, ο μη γένοιτο, απρεπές τι και αλλότριον αγιάσματος περί τον οίκον κος υμών έρημος. Διο δεήσει ημάς προ πάντων και Σεού, αγιασμού και σωφροσύνης.

[ocr errors]
[ocr errors]

Θεός εκδικήσεων. Κύριος, Θεός εκδικήσεων επαρρησιάσατο. Ανεπίγραφος μέν έστι παρ' Εβραίοις ο ψαλμός, περιέχει δε παράκλησιν και παραμυθίαν τών κατά τον βίον τον ενεστώτα διωκομένων και καταπονουμένων ευσεβείας ένεκα, ών και την ευχήν υποκαταβάς τίθησι. Προτάττει δε της ευχής την παράκλησιν και την παραμυθίαν προλαμβάνων την δέησιν των διωκομένων και προθεραπεύων αυτών τους πόνους, έργοις τε παριστάς πληρούμενον επ' αυτούς το, "Ετι λαλούντός σου ερώ . Ιδού πάρειμι. Θαρσείτε τοιγαρούν, ώ ούτοι, φησίν ' έστι γαρ ο Κύριος, εφ' όν ήλπίσατε, ώσπερ Θεός ποιητής και Θεός δημιουργός, και Θεός σωτήρ, και Θεός ευεργέτης, και Θεός κριτής, και Θεός πατήρ των οικτιρμών, και Θεός πάσης παρακλήσεως, μακρόθυ

[ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]

VΕRs. 1. Deus ullionum Dominus, Deus ullionum libere egiι. Ηic psalmus apud Ilebraeos inscriptione caret, consolationem autem et levamen complectiιur pro iis qui in prasenti vita pietatis causa vexanιur et aliligunίur, quorum item orationem inferius consignaι. Οralioni vero consolationem et levameιι pramittit, a supplicatione eorum qui persecutionem paliunίurorsus, eorumque malis relnedium admovere occupans, declaransque opere impletum illudesse, Αdhuc ιe loquente dicam : Εcce adsum "". Αit ilaque, Ηeusvos, confidite: adesι φuippe Dominus, in quem sperastis, uίpote Deus opifex, Deus creaιor, Deus servator, Deus beneficus, Deus judex, Deus pater misericordiarum, Deus ιοίius consolaιionis, tolerans et multum misericors, placabilis

[ocr errors]
[graphic]
[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors]

τίαις, και άλλας μυρίας έχων θεϊκάς επινοίας ο Στι-
και Θεός εκδικήσεων. Μέλει γάρ αυτώ τών εν -Σ-
ρανοίς πραττομένων, ώς και δίκην την αξίαν π=ρά
των αδικούντων εισπράττεσθαι, κρίνειν τε δικ=έες
και κολάζειν ούς δεί, αποδιδόναι τε εκάστω κατά τα
έργα αυτού. Θαρσείτε τοιγαρούν μαθόντες,
έχετε εκδικήσεων πέφυκε γάρ είναι Θεός εκδεκτή-
σεων ο υμέτερος Θεός, και τώ παρρησίαν άγειν ες
Θεός έκδικος των αδικουμένων, διαρρήδην τε κ=4
μετά παρρησίας τούτο διά των αυτού προφητών
κηρύττει ούτω γούν αυτού και ο περί προνοίας συν-
ίσταται λόγος, καθ' ήν δικαίως και σοφώς τα συμ-
παντα διοικεί. Τέως μεν κατά τον ενεστώτα βίον.
ανατέλλων τον ήλιον αυτού επί δικαίους και αδίκους,

[ocr errors]

και βρέχων επί πονηρούς και αγαθους, εξ ίσου τ=

τοις πάσι τα αυτού παρέχων αγαθά κατά καιρδν δε τον προσήκοντα Θεός εκδικήσεων γινόμενος, ότ=

και την πρέπουσαν δίκην παρά των μη καλώς ταές
ευεργεσίαις αυτού κεχρημένων εισπράξεται.
Υψώθητι ό κρίνων την γην, απόδος ανταπά-
δοσιν τοίς υπερηφάνοις. "Εως πότε άμαρτω.εεε,
Κύριε, έως πότε άμαρτωλοί καυχήσονται; Φθέ;-
ξονται και ..λα.λήσουσιν αδικίαν, λαλήσουσι πάr-
τες οι εργαζόμενοι αδικίαν; Το μεν θείον Πνεύμα
προφητικώς και περί της ευχής την απόκρισιν εποιή-
σατο προλαβον το μέλλον ρηθήσεσθαι μετά την ευχήν
διά την πρόγνωσιν τών εν τη ευχή περιεχομένων.
Διόπερ οι δύο προετάγησαν στίχοι την απόκρισιν
περιέχοντες του αγίου Πνεύματος, την αρμόζουσαν
τη προσευχή. Τά τε μην της ικετηρίας της προς το
Θεόν από τού, Υψώθητι ο κρίνων την γην, άρχε-
ται. Φησί τοίνυν ο Λόγος . Αφ' ούπερ o των ανθρώ-
πων ήρξατο συνεστάναι βίος, από τότε αμαρτωλοί
κατισχύειν των δικαίων ήρξαντο ώς Κάϊν του "Αβελ,
και οι επί του κατακλυσμού γίγαντες των εν αυτοίς -
αλλά και Ησαύ του Ιακώβ, και του Ιωσήφ οι αδελ-
φοί και ούτω προϊών τοις χρόνοις, εύροις αν καθ'
εκάστην γενεάν τους αμαρτωλούς επανισταμένους
τοίς δικαίοις. Έως ούν πότε, ώ Κύριε, τούτο έσται,
Έως πότε εις τοσούτον επιτριβής ελάσουσιν οι αμαρ-
τωλοί, ώς και εγκαυχάσθαι ταίς ασεβείαις αυτών,
και μηδε σιωπάν εφ' οίς πράττουσι, μηδε αποκρύ-
πτειν την αυτών κακίαν, αλλά και φθέγξασθαι και

[ocr errors]
[ocr errors]

Έως ούν πότε άρα προχωρήση αυτοίς ταύτα ποιούσι; Αλλά γαρ ήδη ποτε επί τον υψηλόν αναβάς της δικαιοκρισίας σου θρόνον, Υψώθητι ό κρίνων την γήν, και, απόδος ανταπόδοσιν τοίς υπερηφάνοις, την αξίαν αυτοίς αποδιδους τιμωρίαν. Νύν γάρ σου αυτού καταπεφρονήκασιν, ώς μηδεν υψηλόν έχοντος, μηδε ορώντος, μηδε κρίνοντος την γην. Διό και άκριτα και απρονόητα υπειλήφασιν είναι τα κατά τον εαυτών βίον. Αλλ' εγώ της ασεβείας αυτων αλλότριος είναι ευχόμενος, πεπεισμαι, ότι σύ Θεός εκδικήσεων, ή και συ είο κρίνων πάσαν την γήν. Ει γάρ και ταπεινοίς σεαυτόν, χρηστότητι και ανοχή και μακροθυμία χρώμενος, επέχεις τε την κατά των ασεβών οργήν αλλ' εγώ πιστεύων, ότι

[ocr errors]

εκετεύω και δέομαι υψωθήναι σε και δείξαι τοις πάσι
το οικείον σου μέγεθος και το ύψος της θεότητός σου
όπως ήδη ποτε παύσωνται οι αμαρτωλοί εναβρυνό-
μενοι και εγκαυχώμενοι επί πάσιν οίς παρανόμως
διαπράττονται.
Τον λαόν σου, Κύριε, εταπείνωσαν, και την
κληρονομίαν σου εκάκωσαν. Χήραν και προσ-
ή.λυτον απέκτειναν, και ορφανους εφόνευσαν. Και
είπαν, ουκ όψεται Κύριος, ουδε συνήσει ο Θεός
του Ιακώβ. Ουκ ήρκει, φησί τοίς αμαρτωλοίς το
εις αυτούς αμαρτάνειν, αλλ' ήδη και τώ σώ λαώ και
τη σή Εκκλησία επανέστησαν, τους μεν ταπεινούν-
τες, τους δε κακoύντες, τους δε παντελώς αναιρούν-
τες. Και ταύτα κατά του σου λαού, ώ Κύριε, και

[ocr errors]

τα ασεβή και βλάσφημα περί σού φρονούντες Είπον
γαρ εν εαυτοίς ασεβές λογισάμενοι Ουκ όψεται
Κύριος, ουδέ συνήσει ο Θεός του Ιακώβ. Διό,
ώς μη εφορώντος, μηδε συνιέντος σού, τα τοσαύτα
δράν επιχειρούσι κατά του λαού σου, και κατά της
κληρονομίας σου, κατά τε χηρών και προσηλύτων και
ορφανών, των κατά ανθρώπειον απεριστάτων και
άβοηθήτων. Ου τοσούτον δε κατ' εκείνων ταύτ' έπρατ-
τον, όσον κατά σού, ώ Κύριε σου γαρ ήσαν λαός
και σου κληρονομία οι καταπονούμενοι και εις σε
βλασφημούντες και ασεβούντες οι καταπονούντες αυ-
τους ταύτ' ελογίζοντο, ώς ουκ όντος σού, ουδ' εφο-
ρώντος, ουδε συνιέντος, ουδε εκδικούντος τα πρατ-
τόμενα. Διο εικότως έφην ευχόμενος, "Εως πότε
αμαρτωλοί, Κύριε, έως πότε διαμενούσι ταύτα
ποιούντες; Λαόν τε και κληρονομίαν Θεού χρή νοείν
πάλαι μεν το Ιουδαίων έθνος, έπει εγενήθη μερίς
Κυρίου λαός αυτού Ιακώβ, σχοίνισμα κληρονο-
μίας αυτού Ισραήλ. Μετά δε την εκείνων απο-
βολήν, ήν παρίστησι προφητικός τις λόγος, φήσας ,
Εγκαταλέ.λοιπα τον οίκόν μου, αφήκα την κλη-
ρονομίαν μου νέον λαόν τον εξ εθνών αντ' εκεί-
νων εισάγει ακολούθως ετέρα προφητεία εις πρόσ-
ωπον του Χριστού φάσκουσα Αίτησαι παρ' εμού,
και δώσω σοι έθνη την κληρονομίαν σου, και
την κατάσχεσίν σου τα πέρατα της γής.
Σύνετε δη άφρονες εν τω λαώ, και μωροί ποτε
φρονήσατε. Ο φυτεύσας το oύς ουκ ακούσε-
ται, ή ό πλάσας τον οφθαλμόν κατανοεί; Ο
παιδεύων έθνη ουχί ελέγξει, ο διδάσκων άν-
θρωπον γνώσιν, Κύριος γινώσκει τους διαλογι-
σμους των ανθρώπων, ότι εισι μάταιοι. Αποδυσ-
πετήσας και ανθρωπίνως αποκλαυσάμενος ο Προ-
φήτης περί των τοίς ασεβέσι τολμωμένων, ευξάμε-
νός τε και ειπών Υψώθητι ο κρίνων την γην,
απόδος ανταπόδοσιν τοίς υπερηφάνοις , αλλά και
ώς ανακινήσας τον Θεόν, και διεγείρας διά του φάναι,
Τυν λαόν σου και την κληρονομίαν σου εκάκωσαν
και εταπείνωσαν, και είπαν, ουκ όψεται Κύριος,
ουδε συνήσει ο Θεός του Ιακώβ εμπίπλαται της του
αγίου Πνεύματος δυνάμεως, και ώς προς τους ειρη-

[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors]
[graphic]
[ocr errors]

babentibus impertiι ! Νam is certe qui aliis quidpiam elargitur, prior utique habet ea quae aliis communicat. Εst porro sermo syllogismi riιu prolatus et concinnaιus ad providentiae doctrinam cemprobandam. Ρar auten eraι iis maxime Scripturae divinae locis animum adhibere, ut ostendatur, non ratiοne vacuam ibi fidem nobis offerri, sed claris ratioeiniis et demonstrationibus logicis doctrinae lestimonia exhiberi. Sevcenta autem similia in sacris Bibliis conspersa sunt. Syllogismis itaque impios et atheos confutaι, φui dicebant Deum humana non respicere. Ηeus vos, inquit, animaliumne natura per se sponte substitit, an a quadam causa condita esί ! si dιcatur enim lemere, ac sorte qua

[ocr errors]

inanimatam materiam ιοι animalia, et singulis generibus inditam hujusmodi constitutιonem, formas item et species, ac ιantam partium et uembrorum concinnitatem, pulchritudinis varietatem, et ιοι discrimina producta esse , stultum certe insanumque fueriι illud, eι hominum φui vere anima morιui fuerint, ratiocinium. Ωuomodo enim quod vitam non habet alteri impertiat 2 aut quomodo inanimaιum animam constituerit ! aut irrationabile quomodo quidpiam ratiοnabile produxerit ! Ωuo pacto primum movebitur, aut aliud movebit, φuod ex natura sua immobile sit? Πujusmodi esι ιerrae elementum, ex quo omnia et varia prodiere animalium Εenera, quae oculis , auribus caeterisque sensibus instructa sunt, vita, motu et appetitu praedita ! homo νero iis longe praestat, cum sit naturae ratiοnabilis, ac mentis et scientiae capax. Νum igitur ex ratione vacuo et imanimato elemento haec omnia substiterunι ! Αι eum qui hacc confiteri nolit, rei ipsius vis et ellicacia vinciι, ac ipsum naturale ratiocinium vera dicere cogit; nimirum nec inanimatam materiam , neque aridam ralioneque vacuam substantiam, horum esse causam : sed mundi opificem esse menιem quamdam divinam et creatricem, Dei nempe Verbum, rerum ornnium factorem, φui ιum reliquis omnibus, ιum ipsi homini sensus corporis indidiι, et anima humanae ratiocinιum, atque etiam mentem, φua naturam rerum consideret , ac oculis quidem, visibilia respiciat : auribus vero, in audiιum cadentia audiat ; cogitationes demum, inιelligibilia comprehendat. Ωui igitur fieri potesι ut, φui aliis facultatem videndi, quam ex se non habebant, iumpertiiι, non ipse videaι ! Ωui fieri potest ut is, qui in terreno et luteo vase audiίum et aurem perforavit, ita ut muta et surda materia, ea quae ad aurem proferunιur audiat, non ipse melius et praestantius aliis omnibus humanas cogitationes percipiat ! Ωuod si universa per orbem gentes, cum barbaraetum Gracae, naturali cogitationum, quas a Deo acceperunt, impulsu, φuasdam sibi leges et constitutiones efformaruιιι; φuomodo is qui talem ipsis prudentiam indidit, non arguat eos qui praeter maluram ac praeter sanam mentem quid agere

Ιακώβ, αποκρίνεται λέγων. Και πώς, ώ την διάνοια, αληθώς τυφλοί, ου δύναται μη οράν, μηδε ακούει, ο τοίς μη έχουσι ταύτα παρασχόμενος; Πάντως γάρ που ο μεταδιδους ετέροις πρώτος αυτός κέκτηται ταύτα, ών μεταδίδωσιν. Έστι δε ο λόγος κατά συλλογισμόν ειρημένος και κατασκευαστικός του περί προνοίας δόγματος. Προσήκε δε μάλιστα τοις τοιούτοις των θείων Γραφών εφιστάναι τον νούν τόποις, εις απόδειξιν του μη άλογον πίστιν προβάλλεσθαι ήμι, υπ' αυτών, μετά λογισμών δε εναργών και αποιεί, ξεων λογικών τάς τών δογμάτων μαρτυρίας παρέχειν Μυρία δ' αν είη τοιαύτα ταίς ιεραίς βίβλοις και, εσπαρμένα. Συλλογίζεται τοιγαρούν τους ασεβείς και αθέους του μη εφoράν τον Θεόν τα ανθρώπινα φάσκο, τας. Πότερα γαρ, φησιν, ώ ούτοι, αυτόματος υπέστη των ζώων ή φύσις, ή γέγονεν έκ τινος αιτίου; Τι μεν ούν φάσκειν εική και ώς έτυχεν, αλόγως και αυτομάτως την άζωον και άψυχον και ανόητον ύλην οι τοσαύτα ζώα και την εφ' εκάστω γένει των ζώων τoιάνδε κατασκευήν, τάς τε εν αυτοίς μορφάς και τι είδη και την τοσαύτην των μερών τε και μελών διάθεσιν, τήν τε του κάλλους ποικιλίαν, και τας τοσαύ, τας διαφοράς προενηνοχέναι, σφόδρα μωρόν και ηλί, θιον, και ανδρών ώς αληθώς τας ψυχάς νενεκρωμένων, Πώς γαρ το μη ζωής μετέχον ζωήν ετέρω άν παρά, σχοι; ή το άψυχον πώς αν ψυχήν υποστήσαιτο; ή το άλογον πώς αν λογικόν τι κατασκευάσειε; Πώς δε την αρχήν κινηθήσεται, ή πώς έτερον κινήσει το εξ εαυτου την φύσιν ακίνητoν; Τοιούτον δε το της γης ποι, χείον, εξ ού παντοία προήλθε ζώων γένη, οφθαλμούς έχοντα και ώτα και τα λοιπά αισθητήρια, ζωής και κινήσεως και ορμής μέτοχα, άνθρωπος δε και τουτων επάγεται πλέον, λογικής ών φύσεως, νού τε και επιστήμης δεκτικός τυγχάνων. Αρ' ούν εξ αλόγου και αψύχου στοιχείου τα τοιάδε πάντα υπέστη; Αλλά και τον μη βουλόμενον ομολογείν αυτά νικά.ή ενέρ, γεια, και ο κατά φύσιν λογισμός ταληθή λέγειν ε" βιάζεται, το μή την άψυχον ύλην, μηδε την ξηράν και άλογoν ουσίαν τούτων υπάρχειν αιτίαν νούν δέ τινα θείον και δημιουργικόν είναι Λόγον Θεού τον κοσμο, ποιόν, και πάντων ποιητήν αυτόν, και τοίς λοιποις άπασι και αυτώ ανθρώπω αισθήσεις δεδωκότα σώματος, και ψυχής λογισμόν, και νούν προς τούτοις είς D το επιβάλλειν τη φύσει των πραγμάτων και θεωρε" μεν οφθαλμοίς τα ορατά, ώσι δε τα ακουστά ακούε". λογισμό δε συνιέναι τα νοητά. Πώς oύν οιόν τετ" ετέροις τοις μη παρ' εαυτών έχουσι παρεσχηκότα την ορατικήν δύναμιν, αυτόν μη οράν; Πώς δε δυνα" τον εν τώ γεώδει και πηλίνω σκεύει διατρήσαν" ακοήν και ούς, ένθεν τα εις ώτα ακούειν την άνανδον και κωφήν ύλην των έξωθεν φωνών αυτών, μή ουχί προ πάντων πολύ κρειττόνως και μειζόνως " των ανθρώπων επιβάλλει λογισμoίς; Ει δε και υ, έθνη τα επί γης βάρβαρά τε και Ελληνικά, φυσικ" εννοίας κινούμενα, ας υπό Θεού ειλήφασι, νόμ" τινας και διατάξεις εαυτοίς διετυπώσαντο πώς ουγ ο ταύτην αυτοίς την σύνεσιν δεδωρημένος θεός υίζ ξει τους παοά τήν φύσιν και παοκ τάς οοθάς εν"

[ocr errors][merged small][merged small]
[ocr errors]

παντός ουτινοσούν πράγματος γνώσις; πόθεν αι τέχναι, πόθεν των επιστημών αι θεωρία. , πόθεν οι των μαθημάτων λόγοι; άρ' ουκ από του κατασπείραντος εν αυτοίς την δύναμιν της τούτων καταλήψεως; Τι ούν, ο τοιαύτην ανθρώπω φύσιν χαρισάμενος, αυτός έστέρηται της γνώσεως, ώς μηδε γινώσκειν ταύτα, ών αυτός τυγχάνει δοτήρ; Αλλά γαρ παύσασθε ασεβούντες, ώ μάταιοι αληθεί δε λόγω πειθόμενοι, γνώτε, ότι ο φυτεύσας εν ανθρώποις το oύς, πολύ πρότερος αυτός των παρά ανθρώποις λαλουμένων ακούσεται και ου μόνον όψεται και τα πραττόμενα εποπτεύσει ο εν ανθρώποις πλάσας οφθαλμόν, αλλά και τας ενθυμήσεις, τας έτι κατά διάνοιαν κρυπτομένας συνήσει. Αύτη γαρ Θεού δύναμις γινώσκοντος και διακρίνοντος τους διαλογισμούς των ανθρώπων, τι εισι μάταιοι. Αληθώς γαρ πάσα ή παρά ανθρώποις νομιζομένη αλήθεια, και πάσα ή παρ' αυτοίς σοφία, ήν εξ οικείων λογισμών και θνητών ενθυμήσεων προβάλλονται, μάταιος αν είη. Πάν γαρ σοφόν και αληθές παρ' αυτώ μόνω τυγχάνει, και παρ' αυτου μόνοις τοίς αξίοις δίδοται. Μακάριος άνθρωπος, δν άν, παιδεύσης, Κύριε, και εκ του νόμου σου διδάξης αυτόν, του πραύναι αυτώ αρ' ήμερών πονηρών, έως άρυγή τώ αμαρτωλώ βόθρος. Πεισθείς εγώ και πιστεύσας τοίς ειρημένοις, και ότι οι διαλογισμοί των ανθρώπων εισι μάταιοι, εικότως εκείνον μόνον μακάριον είναι ηγούμαι, ώ Κύριε, τον από της σής σοφίας και παιδείας, ώσπερ από πηγής μεταλαμβάνοντα. Πώς δε μεταλά6οι άν τις της σής παιδείας ή τω νόμω σου τώ θείω μαθητευθείς; Διά τούτο γαρ και εγγράφους παρέδωκας ευσεβείας νόμους, εις το μεταλαμβάνειν της σής παιδεύσεως τους μαθητευομένους αυτοίς. Διδασκόμεθα δε διά τούτων, ότι τα συμβαίνοντα τοίς δικαίοις λυπηρά επ' ωφελεία αυτών γίνεται, γυμναζομένων και πειραζομένων δίκην αθλητών Θεού δια πόνων και ξιά πληγών εν υπομονή δοκιμαζομένων. Διο ου χρη λυπείσθαι, ουδε αδημονείν επί τοις κακουμένoις κατά τον παρόντα βίον, μακαρίζειν δε μάλλον αυτούς, ώς υπο του Θεού παιδευομένους Μακάριος γαρ άνθρωπος, δν άν παιδεύσης, Κύριε; και εκ του νόμου σου διδάξης αυτόν. Ο γάρ παιδευόμενος υπό σου και διδασκόμενος, πραύνεται εν ταις πονηραίς ημέραις. Εν αυταίς γούν ταίς κακοπαθείαις και εν αυτοίς τοις πειρασμοίς τας από του νόμου σου παραμυθίας λαμβάνων θεραπεύεται, υπομένειν διδασκόμενος και μακροθυμείν, έως όρυγή τώ άμαρτωλώ Αόθρος τούτο γαρ αυτόν περιμένει το τέλος, καθάπερ ο σος νόμος διδάσκει. Διο ταύτα μανθάνων εν τοις τών πειρασμών καιροίς ο δίκαιος, πραύνεται και θεραπεύεται, τά; εκβάσεις των πραγμάτων σκοπών, και του μεν καταπονούντος αυτόν αμαρτωλού τον αγαθάς ελπίδας προ οφθαλμών τιθέμενος. "Οτι ουκ απώσεται Κύριος τον λαόν αυτού, και την κληρονομίαν αυτού ουκ εγκαταλείψει, έως υύ δικαιοσύνη επιστρέψη εις κρίσιν, και έχόμενοι αυτής πάντες οι ευθείς τη καρδία. Διάψαλμα. Ακολούθως μετά το δίμηνοά!αι την αποκείμενον τώ

[ocr errors][ocr errors]
[graphic]
« ПредыдущаяПродолжить »