Изображения страниц
PDF

ηersonam assumenti, ipsorumque arumnas quasi Α των αγίων αναλαμβάνοντι, τάς δε θλίψεις αυτών

[ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors]

ιδιοποιημένω και τους πλατυσμούς αγίων αγίων γαρ, φωνή το, Εν παντί θλιβόμενοι, αλλ' ού σ.ενοχωρούμενοι επιστρέφοντι δε και τους όσοι τυγχάνουσι βαρυκάρδιοι, τούς τε αγαπώντας τα μάταια και ζητούντας το ψεύδος. Το δε μελώδημα παρά την ώδην έoικε δηλούν και το του μυστικού ρυθμού τεχνικόν" κατά δε αναγωγήν ορθήν, πολιτεία προς δόξαν Θεού μετά δογμάτων υγιών και λόγων και ετέροις ώφελίμων.

Εν τώ επικαλείσθαι με, εισήκουσέ μου ό Θεός της δικαιοσύνης μου, εν θλίψει επλάτυνάς με. Ο μεν προ τούτου ψαλμός ελέγετο εν τώ αποδιδράσκειν Δαυίδ από προσώπου Αβεσσαλώμ του υιού αυτού , ο δε παρών έoικεν εξής εκείνω ειρήσθαι μετά την κατά του Αβεσσαλώμ νίκην μεθ' όν ύμνον επινίκιον τώ νικοποιώ Θεώ ανατίθησι τον παρόντα ψαλμόν, δι' ού και ημείς παιδευόμεθα μή αμνημονείν των του Θεού εις ημάς ευεργεσιών. Εικότως ούν εν μεν τώ προ τούτου έλεγεν Κύριε, τί έπληθύνθησαν οι θλίβοντές με ; εν δε τούτω Εν θλίψει επλάτυνάς με. Λέγει δε ταύτα περί της κατά τον Αβεσσαλώμ συμφοράς καθ' ήν τον Θεόν επικαλεσάμενος, έτυχεν αυτού επηκόου και γενόμενος εν θλίψει διά τον λαόν, και την κιβωτον του Θεού, ανέσεως και πλατυσμού ήξιώθη, παυσαμένου μεν του πολέμου, ειρήνης δε βαθυτάτης διαλαβούσης αυτόν τε και πάντα τον λαόν. Η άλλως λέγει ταύτα επί του πταίσματος της του Ουρίου, και η του υιού επανάστασις, και τα λοιπά πάντα τα κατά τον οίκον κακά α συμβέβηκεν αυτώ. Επί τούτοις γαρ εαυτόν κακώσας, μετανοία τε και εξομολογήσει εαυτόν παραδούς, και τώ πταίσματι εφαμίλλως εαυτόν τιμωρησάμενος, έργοις τε δικαιοσύνης και καρποίς αγαθοίς πάσης ευποιίας τον Θεόν ελασάμενος, και τυχών επαγγελίας αγαθής, δι' ήν τώ προ τούτου ψαλμώ προφητικώς έλεγε Συ δε, Κύριε, αντιλήπτωρ μου εί, δόξα μου και υψών την κεραλήν μου, και τα λοιπά όσα παρίστη ο προ τούτου λόγος, ακολούθως διά των προκειμένων φησίν Εν τώ επικαλείσθαι με εισήκουσέ μου ό Θεός τής δικαιοσύνης μου, εν θλίψει επλάτυνάς με. Οι. κτείρησόν με και εισάκουσον της προσευχής μου. Το πρώτον επακουσθείς εν τώ επικαλείσθαι τον Κύριον, ουκ επαίρεται ουδε απορραθυμεί, αλλ' ευθύς περί του μέλλοντος χρόνου πάλιν δέεται, πάντοτε τον Θεόν επήκοον έχειν παρακαλών ικετεύει τε κατ' οίκτον επακουσθήναι, ου κατ' οφειλήν. Ει γαρ και παρήν τις αυτό καρπός δικαιοσύνης, αλλ' ουκ επί τούτω θαρσείν έλεγεν αλλ' επί τώ ελέω και τοίς οικτιρμοίς του Θεού.

Υίοι ανθρώπων, έως πότε βαρυκάρδιοι, ίνα τί αγαπάτε ματαιότητα, και ζητείτε ψεύδος; Τους την διάνοιαν πεπαχυμμένους, και περί την υπακοήν του θείου λόγου βραδείς, βαρυκαρδίους ώνόμασεν, ή τους βεβαρημένους το συνειδος υπό μοχθηρών λογισμών πλήττων δε τούτους τό λόγω φησίν "Εως ποτε ταις εαυτών αμαρτίαις παραμένετε, σπεύδειν

δέον επί μετάνοιαν και την φίλην τω Θεώ εξομολό-Α pωnitentiam et ad dilectam Deo confessionem es

γησιν, κατά δε την ιστορίαν, έoικεν ο Δαυίδ προς τους επί τοις πειρασμοίς και ταίς περιστάσεσι ταραττομένους, και θορυβουμένους, και πάντα μάλλον πράττοντας ή επί τον Θεόν καταφεύγοντας, ταύτα λέγειν. Τί γαρ χρή ταράττειν και ταράττεσθαι, φησιν, εν τοις περιστατικοίς καιροίς; Τί δε χρή ματαιότητι εαυτούς εκδιδόναι, ώ βαρυκάρδιοι άνδρες; Τί δε το ψεύδος μετιέναι, το αληθές καταλιπόντας; Αλλά γαρ εντεύθεν μαθόντες, ότι Θεός και Κύριός εστιν ο τών όλων έφορος και προνοητής, ο μηδέποτε καταλείπων πάντα όσιον αυτού, αλλ' αεί θαυμαστά επ' αυτώ δεικνύς, σπουδάζετε και αυτοί όσιοι γενέσθαι, εύ και ακριβώς ειδότες, ότι και υμών ώσπερ ούν και εμού αυτού Κύριος εισακούσεται, εν τώ κεκραγέναι προς αυτόν. Επακούσαντος δε υμών του Κυρίου, ουδέν δεί λοιπόν μεριμνάν, έχοντας το ασφαλές από της παρ' αυτού βοηθείας. Δόξα τε του θείου λόγου είεν αν οι υιοί των ανθρώπων κατά τον Ακύλαν και Σύμμαχον (1) ο μεν γαρ Ακύλας "Εως πότε, οι ένδοξοί μου, ο δε Σύμμαχος "Εως πότε, ή δόξα μου, διά την εν αυτοίς νοεραν ψυχήν και λογικήν την κατ' εικόνα του Θεού πεποιημένην. Ούς επί το χείρον εαυτούς διαστρέφοντας ο λόγος επονειδίζει, βαρυκαρδίους καλών, και ανθρώπων υιούς δέον είναι υιούς Θεού, κατά τό Εγώ είπαν Θεοί έστε, και υιοι Υψίστου πάντες. Και γνώτε, ότι έθαυμάστωσε Κύριος τον όσιον αυτού. Ο προφήτης περί Χριστού διδάσκει ημάς, ός εστιν αληθής, όσιος, κατά το ειρημένον εν τώ ιε' ψαλμώ και οι απόστολοι δε εμαρτύρησαν, ώς περί Χριστού προφητευομένου λέγοντες ειρήσθαι το, Ουκ εγκαταλείψεις την ψυχήν μου εις άδην, ουδε δώσεις τον όσιόν σου ιδείν διαφθοράν. Δυνατόν δε και περί παντός οσίου διδάσκεσθαι ημάς. 0υ ταυτόν δέ εστι πιστεύσαι, ότι έθαυμάστωσε Κύριος τον όσιον αυτού, και γνώναι, ώς ουδε ταυτόν εστι τη αληθεία πιστεύσαι, και γνώναι την αλήθειαν, και πιστεύσαι τώ Θεώ και γνώναι τον Θεόν. Οι απόστολοι ούν τη αληθεία επίστευον αλλ' ου παντως ότε επίστευον εγνώκεισαν αυτήν. Απόδειξις δε των ειρημένων το Ευαγγέλιον, ένθα είρηται . Εάν μείνητε εν τω εμώ λόγω, αληθώς μαθηταί μού έστε, και γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς. Πιστεύουσι γαρ τή αληθεία, φησί, το γνώσεσθαι την αλήθειαν κατά γαρ τους προφήτας πιστεύσαι δεί πριν συνιέναι και λαλήσαι του μεν Ησαίου λέγοντος. Εάν μη πιστεύσητε, ουδ' ου μη συνήτε του δε Δαυίδ Επίστευσα, διό ελάλησα. "Οτι δε το γινώσκειν τον Θεόν του πιστεύειν αυτώ διαφέρει, εν τοις Ψαλμοίς αναγέγραπται διά του, Σχολάσατε και γνώτε, ότι εγώ είμι ό Θεός, ου γάρ τοίς απιστούσί φησι Σχολάσατε και γνώτε, ότι εγώ είμι ό Θεός. Επί γνώσιν ούν ημάς ο λόγος προκαλούμενος υποβάλλει και την τίνος γνώσιν ανα

[ocr errors]

set 2 Ωnod si historia spectetur, videtur David eos alloqui, φui in tentationibus eι in eventibus variis ιurbantur, omniaque potius agunt, quam ad Deum confugiant. Ωuid opus, inquit, ιurbari ac tumulιuari pro conditione ιemporum 2 Quid juvaι se vanitati tradere, o gravi corde homines ! Ωuid mendacium quaerere, relicta veritate 2 Quin potius ex hisce edocti, Deum ac Dominum esse omnium inspectοrem ac moderatorem, qui nullum unquam sanctorum suorum deserit, sed mirabilia semper illorum causa efficit, curate vos ipsi ut sancti sitis, apprime gnari, Dominum vobis, perinde atque mihi propitium fore, si quando ad ipsum clamabitis. Si autem vos Dominus exaudierit, nulla ullerius γο

[merged small][ocr errors]

VΕRs. 4. Ει scitote φuonian mirificaviι Βominus sanctum suum. Γe Christo nos Propheta admonet, φui verus sanctus est, ut in psalmo xv habetur, quem Iυcum lestificantur apostoli de Christo prophetice intelligendum, videlicet : Νon derelinφues animam meanι in inferno, nec dabis sanctum tuum υidere corruptionem ". Fieri tamen potesι uι de sancιο quolibet hic doceamur. Νeque tamen idipsum est credere, φuoniam mirificαυit Dominus sanctum suum, ac cognoscere non idem esse credere veritati, et nosse veritatem ; et credere Deo, ac nosse Deum. Αpostoli certe veritati credebant, sed dum crederent, non prorsus noscebant illam. Ωuae dicimus probe commonstrantur ex hoc Εvangelii loco : Si manseritis in sermone meo, υere discipuli mei eritis, et cognoscelis υerilatem, et υeritas liberabit υos". Credunt enim, inquit, veritati, ut cognoscanι veri

D tatem : nam, secundum prophetas, credendum

prius est quam intelligamus et loquamur, dicente Isaia : Si non credideritis, neque intelligetis"; et Davide : Credidi, propιer ηuod locutus sum". Ωuod autem discrimen sit inter Deum nosse et Deo credere, in psalmis describitur his verbis : Vacale et υidele φuoniam ego sum Dous " : non enim haec loquitur non credentibus : Vacate et υidele quoniam ego sum Deus. Cum itaque nos sermo ad cognitionem evocat, indicat simul cujus rei notitiam nos assequi oporteat, videlicet mirabiles effici sanctos,

[ocr errors]
[ocr errors][ocr errors]

dium arcanorum mysteriorum sacrarumque speculationum mirabilibus admoventur : aιque ipsi per Dei gratiam divinamque inspectionem mirabiles evadunt.

VΕRs. 5. Ιrascimini et nolite peccare : qua dicitis in cordibus υestris, in cubilibus υesίris compungimini. Suadet irae impetum cohibere, si quando vehemeriti commotione feratur, monetque ne quid ira impellenteagatur : neque importune talia fatur. Νam quia ii qui a Davide stabant, rebellionem filii in patrem, uti par erat, indigne ferentes, in bellum contra Αbsalonem ira correpti proficiscebantur; ideo sic eos compellare videtur : Vos quidem, ο viri commilitones, qui vere gloriosi mei estis, utpoιe filii hominum, gravi corde prediti, et mortalis hujus vitae vanitati haerentes, ignorantesque justum Dei contra impios judicium, irascimini adversus impium filium : ac jure quidem commoti, indigneque rem ferentes, in bellum proficiscimini. Εgo vero vos omnes moneo, etsi merito ira perciιos, ne sitis clementiae patientiaeque immemores, neu ita succenseatis, ut in peccatum labamini. Ωuamobrem dico : Ιrascimini, sed nolile peccare. Εtiamsi porro propιer improbos Αbsalonis ausus animo, juxta Αquilam, commovemini, cavete tamen, ne prioribus peccatis novum adjiciatis, si in iracundia perseveretis. Deprehendes autem in historia ipsum admodum praecepisse ut filio parCerenί.

VΕRs. 6.7.Sάcrificate sacrificium justitiat, et sperate in Domino. Είiamsi ut homines mortales in multis cogitationibus, ira permoti, per diem versamini; at in cubilibus quiete apud vos ipsos agenιes, atque illa quae in die perpetrastis vobiscum reputantes, compungimini. Νe igiιur adversus eos qui vos facinoribus aggrediumιur, neque adversus filium patri rebellem ira concitemini : neu vos, lacessentibus licet impiis, atque ad iracundiam provocantibus, in peccata labamini; imo pυίius, si quidem in ιuto degere cupiatis, sacrificate sacrificium justitiat, el sperate in Domino, neque conturbemini, uιpole ψui per justitiam in Dei familiam ascripti estis. Ωuandoquidem ille prae omnibus sacrificiis, justitia: operibus et recte factis delectatur; multo enim praestabilius est ita agere, φuam irasci et ultionem meαitari; eam ob rem, rebellante filio, ea mihi una cura fuit, ut per justitiam Deum placarem : quare, oum inυοcarem eraudiuit me Deus justitia meas, et, έη ίribulatione dilatasti mihi, guia cum sacrificassem sacrificium justitiae, in ipso speravi.

Μulti dicunt : φuis osιendet nobis bona ? Αlii quidem alia cogitanιes, maximeque qui gravi corde sunt filii hominum, ψui vanitatem vitae diligunt, ac ignorant quae vere bona sint, et cum neque sperent neque credant ea se visuros unquam, aiunt : Ωuis osίεndet nobis bona? Νeque enim ea vident, αιuia

Α λαβείν ημάς χρή, ώς εισιν υπό Θεού τεθαυμαστωμένοι οι όσιοι, θαύμασι προσαχθέντες των απορρήτων μυστηρίων και των αγίων θεωρημάτων, και αυτοί δι' αυτήν του Θεού χάριν και θείαν επισκοπήν θαυμαστοι γενόμενοι. Οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε α λέγετε εν ταίς καρδίαις υμών, επί ταίς κοίταις υμών κατανύγητε. Συμβουλεύει κωλύειν το τής οργής πάθος, εί ποτε αγανακτικώς ανακινείται, μηδε εις έργον τον θυμόν κινείσθαι παραινών. Ουκ ακαίρως δε ταύτά φησιν αλλ' επειδή κατά του Αβεσσαλώμ ορμώντες εις πόλεμον, μετ' οργής εξήεσαν, ώς εικός, οι μετά του Δαυίδ, αγανακτούντες επί τή του υιού κατά του πατρός επαναστάσει τούτου χάριν έοικε τοιαύτά τινα προς αυτούς λέγειν Υμείς μεν, ώ άνδρες σύμΒ μαχοι, οι δή και ένδοξοι μου, ώς υιοι ανθρώπων βαρυκάρδιοί τινες όντες, και τή του θνητού βίου ματαιότητι προσέχοντες, ουκ ειδότες την του θεού κατά των ασεβών δικαιοκρισίαν, θυμούσθε κατά του ασεβούς υιού - και δικαίως κινούμενοι, και αγανακτικώς οργιζόμενοι, επί τον πόλεμον ορμάτε εγώ δε τοις πάσι παραινώ, ει και εύλογος ή οργή, αλλ' υμάς ου χρή της οικείας επιλανθάνεσθαι ανεξικακίας, ουδ' επί πλέον εξάπτεσθαι, ώς και επί αμαρτίας εκπίπτειν. Διό φημι Οργίζεσθε, αλλά μη άμαρτάνετε. Ει δε και κλονείσθε, κατά τον Ακύλαν, τάς ψυχάς διά τά τώ Αβεσσαλώμ προτετολμημένα, αλλ' οράτε μή και ετέραν επί ταις προτέραις προσθείητε αμαρτίαν, τη οργή επιμένοντες. Εύροις δ' αν και κατά την ιστορίαν πολλά παραινoύντα αυτόν φείσασθαι του παιδός. Θύσατε θυσίαν δικαιοσύνης, και ε.λπίσατε επ! Κύριον. Ει και ώς άνθρωποι θνητοί πολλά διανοείσθε μεθ' ημέραν οργιζόμενοι αλλ' επί ταίς κοίταις υμών εφ' ήσυχίας, παρ' εαυτοίς γενόμενοι, κατανύγητε, τα δι' ημέρας υμίν πεπραγμένα διαλογιζόμενοι. Μη γούν, φησίν, οργίζεσθε κατά των εις υμάς πλημμελούντων, μηδε κατά του επαναστάντος τώ πατρί" μήτε αυτοί αμαρτάνοντες, κάν έτεροι ασεβούντες προκαλούνται υμάς εις οργής έργα και εις αμαρτίας, αλλ' αντί τούτων μάλλον, είπερ βούλεσθε το ασφαλές έχειν, θύσατε θυσίαν δικαιοσύνης, και ελπίσατε επί Κύριον, και μηκέτι ταράττεσθε, οικειωθέντες τώ Κυρίω διά της δικαιοσύνης. ΕπείD περ αντί πάσης θυσίας χαίρει δικαιοπραγίας και ταίς κατ' αρετήν πράξεσι. Και τούτο πολύ βέλτιον πράττειν ή οργίζεσθαι και εαυτούς εκδικείν σπουδάζειν. Διό δη και αυτός, επαναστάντος του υιού, περί τούτο μόνον εσπούδασα διά δικαιοσύνης τον Θεόν ιλασκόμενος όθεν, Εν τώ επικαλείσθαι με εισήκουσέ μου ο Θεός της δικαιοσύνης μου, και, ενθλίψει έπλάτυνάς μοι επειδή, θύσας θυσίαν δικαιοσύνης, επ' αυτόν ήλπισα. Πολλοί λέγουσιν Τίς δείξει ημίν αγαθά; Αλλοι μεν,φησιν, άλλως διανοούμενοι, και μάλιστα οι βαρυκάρδιοι υιοι των ανθρώπων, οι την του βίου ματαιότητα αγαπώντες, ουκ ειδότες τ' αληθώς αγαθά, ουδε ελπίζοντες, ουδε πιστεύοντες ταύτα όψεσθαι , φασί Τίς δείξει ημίν τα αγαθά; Ου γαρ συνορώσιν σου διό δή μόνα τα γεώδη και φθαρτά υπολαμβάνοντες είναι αγαθά, περί ταύτα ασχολούνται και ταύτα μεταδιώκουσιν. Ει δέ τις αυτοίς περί των θειοτέρων και επουρανίων λέγοι, ερωτάν ειώθασιν. Και τις αρά εστιν ο δείξων ημίν ταύτα; Αλλ' εκείνοι μεν τοιούτοι τινες. Ημείς δε παρ' οίς εσημειώθη το φώς του προσώπου σου, ώ Κύριε, και τον δείξοντα και τον δώσοντα ημίν αυτά επιστάμεθα υπό του σου φωτος εις την γνώσιν αυτών εληλυθότες . "Εδωκας ευφροσύνην εις την καρδίαν μου.

αυτά, τώ μή καταυγάζεσθαι τώ φωτί του προσώπου Α νultus ιui lumine non illustrantur : quamobrem rati mihi tempus quo a corpore decedam, ac in pace Α ρός ο της απαλλαγής του σώματος, καθ' όν εν ειρήνη

Από καρπού τού σίτου και οίνου και ελαίου αυτών επληθύνθησαν. Επει δε πολλαχου των Γραφών εν ευλογίαις σίτος και οίνος τοις αγίοις κείνται εν επαγγελία, ώς του εναντίoυ τoίς αμαρτωλοίς ή τούτων στέρησις άξιον αποστήσαι της κατά το ρητον ψιλον υπολήψεως, τούς τε ακεραιοτέρους των πεπιστευκότων, και τους διά την μικρότητα της επαγγελίας ετέρω Θεώ αναπλαττομένω υπ' αυτών βουλομένους προσκυνείν " και φιλοτιμητέον το ποικίλον των σωματικών βρωμάτων αναγαγείν επί ταύτα, ών μεταλαμβάνουσα κατ' αξίαν εκάστη ψυχή αγιάζεται τε και ευεκτεί και ισχυροποιείται προς το δύνασθαι τα επιβάλλοντα αυτή έργα επιτελείν. Εγώ δε oίμαι αυτά και εις τον μέλλοντα αιώνα ανάγεσθαι. Και ίνα μη περί των τηλικoύτων αμαρτύρως δόξωμεν αποφαίνεσθαι, αρκέσει ημίν Παύλος σαφέστατα τούτο διδάσκων εν τη προς Φιλιππησίους Επιστολή ούτως Μή ούν τις υμάς κρινέτω εν βρώσει ή εν πόσει, ή εν μέρει εορτής ή νουμηνίας σαββάτων ά εστι σκιά των μελλόντων.

Εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω , ότι συ, Κύριε, κατά μόνας επ' ε.λπίδι κατώκισάς με. Εοικε δηλούν την αβλαβή άνεσιν και ανάπαυσιν της ψυχής, συμφώνως τώ θείω λόγω εσομένην μετά τας προς τα κάλλιστα θεωρίας. Τάχα γαρ όν τρόπον κατά το σώμα φαγόντες και πιόντες ανέσεως δεόμεθα τής κατά τον ύπνον ούτως ου πάντοτε δυναμένη διαρκείν η ψυχή προς το θεωρείν, εν καιρώ ενατενίζει τοίς κατά την εαυτης δύναμιν τώ αυτάρκει είτα διανάπαυσιν ηγούμεθα δηλούσθαι διά του . Εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω.

Εκείνοι μεν, φησίν, οι πολλοί άτε δή πλατείαν και ευρύχωρον οδεύοντες, δι' ής οι πολλοί βαδίζουσι, ουκ ελπίζονίες, τις δείξει αυτοίς τα κατά αλήθειαν αγαθά, εν οίνω και ελαίω και σίτω πληθύνοντες, ώς αγαθών τούτων απολαύειν ηγούνται εμοί δε τώ καταξιωμένω του φωτός του προσώπου σου, Κύριε, έδωκας ευφροσύνην καρδίας αλλ' ουδε σαρκών ουδε σωμάτων, και ου την εξ οίνου και σίτου και ελαίου σώμασι χορηγουμένην, αλλ' ευφροσύνην την κατά διάνοιαν. Μαθών γάρ παρά του Σωτήρος και των σών επαγγελιών, ότι, ει και τα μάλιστα κατά τον ενεστώτα βίον λύπαι μοι και θλίψεις και πειρασμοί και περιστάσεις ου διαλείπουσιν, αλλ' έσται μοι και

[ocr errors]

sola terrena et corruptibilia bona esse, iis student, ea persequuntur. Ωuod si quis eos de divinis ac cα-lestibus alloquatur, rοgare solent : Quis ergo est qui haec osιendet nobis? Εo illi modo affecti sunt. Νos vero apud quos signatum est lumen υulιus lui, Domine, qui lumine tuo illustrati in eorum cognitionem venimus, probe scimus et quis ostendaι et quis conferat illa : Dedisti latitiam in corde 11ίβ0,

VΕRs. 8. Α (ructu frumenti, υιni et olei sui multiplicati sunι. Ωuia in multis Scripturarum locis frumentum et vinum inter promissiones ac benedictiones ponuntur, atque ex adverso peccatoribus

Β eorumdem privatio denuntiatur, jam operae pretium

est, uί credentium simpliciores, necnon eos φui ob promissionis tenuitatem deum alium, guem ipsi sibi comminiscuntur, adorare volunt, ab opinione atque sententia hujusmodi, ex litterae vilitate concepta, retrahalnus. Ει summo quidem opere curandum, ut varios illos corporales cibos ad alios referamus, queis pro merito refecta anima quaeque, sancta efficitur, bene valet, viresque accipit ad ea opera, quae sui ollicii sunt exsequenda. Εgo vero aestimo ipsa etiam all futurum saeculum reducenda. Αc ne de tantis rebus videamur sine testimonio Sententiam ferre, sufliciaι nobis Paulum afferre in Εpistola ad Philippenses idipsum docenιem his verbis : Νemo υos judicet in cibo, αιιι in polu, aut in parte diei festi aul neomenia sabbatorum, φue sunί umbra (uturorum "". VΕRs. 9, 10. In pace in idipsum dormiam et requiescam , ηuoniam ιu, Domine, singulariter in spε εonstituisti me. Indicare videtur innoxiam quielem animique remissionem, quae post praestantissimarum rerum contemplationem, ut divino verbo convenit, sumenda est. Fortasse enim sicuί post cibum potumque corporalem, guiete illa egemus φuae per somnum sumitur, ita cugn non valeat anima semper ac sine inιermissione contemplationi vacare, certo quidem tempore spiritualia respicit ac pro viribus speculatur; deinde vero requiescit : quam putamus requiem his significari: Ιn pace in idipsum dormiam et requiescam. Illi certe, ait, qui multi numero sunt, multi namque in lata spatiosaque via gradiunιur; non sperantes adesse quempiam, qui ostendat ipsis ea quae secundum rei veritalem bona sunt; vino, oleo alque frumento allluentes, iis se tanquam vere bonis frui arbitrantur. Μihi vero, φuem lumine vultus ιui dignatus es, Domine, cordis laetitiam dedisti ; non illam sane quae carni corporique competit, neque illam quae frumento, vino et oleo affertur, sed laetitiam quae menιe percipitur. Cum enim a Salvatore exque promissis ιuis edidicerim, etiamsi mihi dolores, aerumnae, ιenlationes, calamitates in praesenti vita non deficiant , futurum ιamen

[merged small][ocr errors]

Deinde vero posιquam familiaribus dixisseι quo pacto statim exauditus esset, sermonem vertit ad Deum, propitiantique sibi gratias agit, in tribulatione dilatasti mihi. ΑΕrunnarum fluctus, inquit, repentina tranquillitas compescuit : fameque confectum me fructu frumenti, vini et olei dilatasti; ut non solus ego, sed omnes subditi mei ea copia fruercntur. Quamobrem haec inferius subjungiι, α fructu (rumenti, vini et olei sui multiplicati sunt: illorum, inquit, abundantia cordis mihi laetitia fuit. Ιllud autem ab ipsa historia ediscimus. Νam cum bello impetitus ab Αbsalone fugeret in deserta atque montes, fame ac rerum penuria, eo tempore calamitatis, aflictatus, ejus angustias Deus consolatur. Primus enim Siba, ex domo Saulis famulus, aιιulit ipsi paues ducentos, vinum, palathas et uvas passas : posιea vero Βerzelli Galaadites ob

[ocr errors]

ποιήσομαι την κοίμησιν και την απαλλαγήν του σώ, ματος εύ δε ακριβώς πεπεισμαι, ότι τότε μοι παρέσται τα τέλη της ευφροσύνης, επειδαν ή κοίμησις με καταλάβη και ο κατά τον θάνατον ύπνος. Τότε γαρ συ αυτός ο, Κύριε, μετά της αγαθής ταύτης ελπίδος αναλαβών με κατοικιείς εν ταίς επουρανίοις μοναίς. Σημείωσαι δε κανταύθα τάς επί τοις διαψάλμασι διαστολάς, ήτοι της διανοίας εναλλαγήν παριστώσας, ή τάχα μεταβολήν του μέλους εναλλάττοντος, ή τον ρυθμόν. (1) Αστέριος δε ο αρειανός ούτως τον ψαλμόν εξηγήσατο Διά τί, εις το τέλος εν ύμνοις, επιγέγραπται ο ψαλμός; Επειδή καλώς μεν ήρξατο, καλώς δε τον βίον ετέλεσε ή επειδή κακώς μεν ήρξατο,

[merged small][ocr errors][merged small]

την κατ' αυτού εδωρήσατο νίκην. Διά τί δ' εν αυτώ τώ επικαλείσθαι εισηκούσθη ο Δαυίδ: Επειδή, ελεγχόμενος υπό του Νάθαν, ευθύς εις μετάνοιαν εκάμφθη, διά τούτο ευθύς προσευχόμενος εισηκούσθη. Ο γαρ πάντα ποιών όσα βούλεται, ο Θεός, υπακούεται παραχρήμα, και έτι λαλούντος ερεί ο Θεός . Ιδού πάρειμι. Είτα ειρηκώς τοίς πλησίον όπως τάχιον εισηκούσθη, τρέπει τον λόγον πρός τόν Θεόν, και τώ εισακούσαντι ευχαριστεί. Εν θλίψει επλάτυνάς μοι. Τα κύματα των θλίψεων, φησίν, η ταχεία γαλήνη διέλυσε, και λιμώ με τηκόμενον από καρπού σίτου και οίνου και ελαίου επλούτισας, ώς μη μόνον εμε, αλλά και πάντας τους υπ' εμε απολαύσαι. Διο υπωκαταβάς έλεγεν. Από καρπού σίτου και οίνου και ελαίου αυτών επληθύνθησαν. Η εκείνων συνουσία ευφροσύνη καρδίας μοι γέγονεν. Τούτο δε μανθάνομεν απ' αυτής της ιστορίας. "Οτε γαρ πολεμούμενος υπό του Αβεσσαλώμ έφυγεν εν ταις ερήμοις και εν τοις όρεσιν, λιμό και ανάγκη ώς εν διωγμώ εκρατήθη αλλ' ο Θεός αυτού την ανάγκην παρεμυθήσατο. Πρώτος γαρ ο Σίβα ο εκ του οίκου του Σαουλ ήνεγκεν αυτώ άρτους διακοσίους, και οίνον και παλάθας και σταφίδας , είτα μετά τούτον Βερζελλι ο Γαλααδίτης, και

[ocr errors]

(!) !!aec in codice Τaurinensi ab amanuense adjuncta sunt, nec habentur in aliis mss.

« ПредыдущаяПродолжить »