Изображения страниц
PDF
EPUB

25

26

23

1 2 20 τες, Διδάσκαλε, οίδαμεν ότι αληθής εί, και την οδον,

14 21 του Θεού εν αληθεία διδάσκεις, και ου μέλει σοι περί 17 ουδενός, ου γαρ βλέπεις είς πρόσωπον ανθρώπων. είπε

ούν ημίν, τί σοι δοκεί ; έξεστι δούναι κήνσον Καίσαρι, 18ή ού και γνούς δε ο Ιησούς την πονηρίαν αυτών είπε, 15 23 19 Τί με πειράζετε υποκριται και επιδείξατέ μοι το νόμισμα 16 24 20 του κήνσου. οι δε προσήνεγκαν αυτό δηνάριον. και 21 λέγει αυτούς, Τίνος ή εικών αύτη και η επιγραφή; λέ

γουσιν αυτώ, Καίσαρος. τότε λέγει αυτούς, 'Απόδοτε τη

ούν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού το 22 Θεώ. και ακούσαντες εθαύμασαν και αφέντες αυτόν απήλθον.

'Εν εκείνη τη ημέρα προσήλθον αυτώ Σαδδουκαίοι, 18 27, οι λέγοντες μη είναι ανάστασιν, και επηρώτησαν αυ24 τόν λέγοντες, Διδάσκαλε, Μωσης είπεν, Εάν τις απο- 19 20

θάνη μη έχων τέκνα, επιγαμβρεύσει ο αδελφός αυτού

την γυναίκα αυτού, και αναστήσει σπέρμα τώ αδελφό 25 αυτού. ήσαν δε παρ' ημίν επτά αδελφοί και ο πρώτος 20 21

γαμήσας ετελεύτησε και μη έχων σπέρμα, αφήκε την 26 γυναίκα αυτού τώ αδελφώ αυτού. ομοίως και ο δεύτε- 21 36 27 ρος, και ο τρίτος, έως των επτά. ύστερον δε πάντων 22 28 απέθανε και η γυνή. εν τη ούν αναστάσει, τίνος των 23 3 29 επτά έσται γυνή και πάντες γάρ έσχον αυτήν. 'Αποκρι- 24 34

θείς δε ο Ιησούς είπεν αυτοίς, Πλανάσθε, μη ειδότες 30 τας γραφάς, μηδε την δύναμιν του Θεού. εν γαρ τη 25 3!

αναστάσει ούτε γαμούσιν, ούτε εκγαμίζονται, αλλ' ώς 31 άγγελοι του Θεού εν ουρανό εισι. περί δε της άνα- 26 37

στάσεως των νεκρών, ουκ ανέγνωσε το ρηθέν υμίν υπό 32 του Θεού λέγοντος, Εγώ είμι ο Θεός 'Αβραάμ, και ο

Θεός Ισαάκ, και ο Θεός Ιακώβ; ουκ έστιν ο Θεός Θεός 27 38 33 νεκρών, αλλά ζώντων. και ακούσαντες οι όχλοι εξεπλήσσοντο επί τη διδαχή αυτού.

Οι δε Φαρισαίοι ακούσαντες ότι έφίμωσε τους Σαδ35 δουκαίους, συνήχθησαν επί το αυτό και επηρώτησεν εις 28 36 εξ αυτών νομικός, πειράζων αυτών και λέγων, Διδάσκαλε,

3 3:

[ocr errors]

34

30 ούτε γαμίζονται D.

του θεού om. D.

of men.

Rom. 13. 7.

23

the way of God in truth, neither carest thou for any 17 man: for thou regardest not the person

Tell us therefore, What thinkest thou ? Is it lawful to give 18 tribute unto Cæsar, or not? But Jesus perceived their

wickedness, and said, Why tempt ye me, ye hypocrites? 19 Shew me the tribute money. And they brought unto 20 him a 1 penny. And he saith unto them, Whose is 21 this image and 2 superscription? They say unto him,

Cæsar'sThen saith he unto them, k Render there- k ch. 17. 25.

fore unto Cæsar the things which are Cæsar's; and 22 unto God the things that are God's. When they

had heard these words, they marvelled, and left him, and went their

way. q The same day came to him the Sadducees, m which 1 Mark 12. 18. 24 say that there is no resurrection, and asked him, say- m Acts 23.8.

ing, Master, n Moses said, If a man die, having no n Deut. 25. 5.

children, his brother shall marry his wife, and raise up 25 seed unto his brother. Now there were with us seven o Tob. 3. 8.

brethren: and the first, when he had married a wife,

deceased, and, having no issue, left his wife unto his 26 brother: likewise the second also, and the third, unto 27 the 3 seventh. And last of all the woman died also. 28 Therefore in the resurrection whose wife shall she be 29 of the seven ? for they all had her. Jesus answered

and said unto them, Ye do err, Pnot knowing the scrip- p John 20. 9. 30 tures, nor the power of God. For in the resurrection

they neither marry nor are given in marriage, but 31 9 are as the angels of God in heaven. But as touch-q1 John

ing the resurrection of the dead, have ye not read

that which was spoken unto you by God, saying, 32 r I am the God of Abraham, and the God of Isaac, Ex. 3. 6, 16.

and the God of Jacob? God is not the God of the Luke 20. 37. 33 dead, but of the living. And when the multitude Heb. 1:1. 16.

heard this, Sthey were astonished at his doctrine. 34 q But when the Pharisees had heard that he had t Mark 12.28.

put the Sadducees to silence, they were gathered to35 gether. Then one of them, which was ua lawyer, asked u Luke 10.25. 36 him a question, tempting him, and saying, Master,

3.2.

sch. 7. 28.

1 In value seven pence halfpenny : ch. 20. 2. 3 Gr. seven.

2 Or, inscription.

41

43

1 2 20 37 ποία εντολή μεγάλη εν τω νόμω ; ο δε Ιησούς είπεν αυτώ, 29

'Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εν όλη τη καρδία σου, 30 38 και εν όλη τη ψυχή σου, και εν όλη τη διανοία σου. αύτη 39 έστι πρώτη και μεγάλη εντολή. δευτέρα δε ομοία αυτή, 31 40'Aγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. εν ταύταις ταις

δυσιν εντολαΐς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται. 41 Συνηγμένων δε των Φαρισαίων, επηρώτησεν αυτούς ο 35 42 'Ιησούς λέγων, Τί υμίν δοκεί περί του Χριστού και τίνος 43 υιός έστι; λέγουσιν αυτώ, Του Δαβίδ. λέγει αυτούς, 36 42

Πώς oύν Δαβίδ εν πνεύματι κύριον αυτόν καλεί; λέγων, 44 Είπεν ο Κύριος τώ κυρία μου, Κάθου εκ δεξιών μου, έως 45 αν θα τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου. εί ούν 37 44 46 Δαβίδ καλεί αυτόν κύριον, πως υιός αυτού έστι; Και

ουδείς εδύνατο αυτό αποκριθήναι λόγον ουδε ετόλμησέ

τις απ' εκείνης της ημέρας επερωτήσαι αυτόν ουκέτι. 23 ΤΟΤΕ ο Ιησούς ελάλησε τους όχλοις και τους μαθη- 38 45

2 ταις αυτού λέγων, Επί της Μωσέως καθέδρας εκάθισαν 3 οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι πάντα ούν όσα αν είπω

σιν υμίν τηρείν, τηρείτε και ποιείτε κατά δε τα έργα 4 αυτών μη ποιείτε λέγουσι γάρ και ου ποιούσι. δεσμεύ. ουσι γαρ φορτία βαρέα και δυσβάστακτα, και επιτιθέασιν

επί τους ώμους των ανθρώπων" τώ δε δακτύλω αυτών ου 5 θέλουσι κινήσαι αυτά. πάντα δε τα έργα αυτών ποιούσι

προς το θεαθήναι τους ανθρώπους. πλατύνουσι δε τα φυλακτήρια αυτών, και μεγαλύνουσι τα κράσπεδα των ιματίων 6 αυτών φιλουσί τε την πρωτοκλισίαν εν τοις δείπνοις, και η τας πρωτοκαθεδρίας εν ταις συναγωγαίς, και τους ασπασ

μούς εν ταις αγοραίς, και καλείσθαι υπό των ανθρώπων 8 ραββί ραββί. υμείς δε μή κληθήτε ραββί: είς γάρ έστιν

υμών ο καθηγητής, ο Χριστός πάντες δε υμείς αδελφοί εστε. 9 και πατέρα μή καλέσητε υμών επί της γης" είς γάρ έστιν 1ο ο πατήρ υμών, και εν τοις ουρανοίς. μηδέ κληθήτε καθηγηταί 11 είς γαρ υμών έστιν ο καθηγητής, ο Χριστός. ο δε μείζων 12 υμών, έσται υμών διάκονος. όστις δε υψώσει εαυτόν, ταπεινωθήσεται» και όστις ταπεινώσει εαυτόν, υψωθήσεται.

37 ιησούς έφη αυτώ Α. όλη καρδία Β. όλη ψυχη D. 38 ή μεγάλη και πρώτη D. 39 ομοία αύτη αγ. D. ώς εαυτόν D. κρέμαται και οι προφήται. D. 44 σου υποκάτω των D. είπ. D. τηρείν om. D.

φορ. D. και δυσβάστακτα om. D. 5 πλατ. γαρ τα D. των ιματίων αυτών om. D. 8 υμών και διδάσκαλος D. ο χριστός om. Α.

καθηγηται· ότι καθηγητής υμών έστιν είς D.

40 νόμος 3 όσα εαν

4 δεσμ. δε

7 ραββί semel D.

Luke 1o. 27

Luke 10. 27.
Rom. 13.9.

41

Luke 20. 41.

d Luke 14.6. e Mark 12.34.

23

37 which is the great commandment in the law ? Jesus

said unto him, Thou shalt love the Lord thy God Deut. 6. 5. with all thy heart, and with all thy soul, and with all & 30. 6. 38 thy mind. This is the first and great commandment. 39 And the second is like unto it, y Thou shalt love thy y Lev. 19. 18. 40 neighbour as thyself. 2On these two commandments Mark 12.31. hang all the law and the prophets.

q a While the Pharisees were gathered together, Jam. 2. 8. 42 Jesus asked them, saying, What think ye of Christ ? 2 ch.7.12

whose son is he? They say unto him, The son of a Mark 12.35. 43 David. He saith unto them, How then doth David 44 in spirit bcall him Lord, saying, The LORD said Ecclus. 51.

unto my Lord, Sit thou on my right hand, till I c Ps. 110. 1. 45 make thine enemies thy footstool ? If David then 1 Cor. 15. 25. 46 call him Lord, how is he his son ? d And no man & 10. 12, 13.

was able to answer him a word, eneither durst any man from that day forth ask him any more ques- Luke 20. 40. tions.

THEN spake Jesus to the multitude, and to his disciples, saying, a The scribes and the Pharisees sit a Neh. 8. 4, 8. 3 in Moses' seat: all therefore whatsoever they bid you

observe, that observe and do; but do not ye after 4 their works: for bthey say, and do not. cFor they b Rom. 2. 19, bind heavy burdens and grievous to be borne, and c Luke 11.46. lay them on men's shoulders; but they themselves will Gal: 6:13. 5 not move them with one of their fingers. But dall d ch. 6. 1, 2, their works they do for to be seen of men: they eNum.15.38. make broad their phylacteries, and enlarge the bor- & 22. 12. 6 ders of their garments, fand love the uppermost rooms 7 at feasts, and the chief seats in the synagogues, and 39: Luke...

greetings in the markets, and to be called of men, 3 John 9. 8 Rabbi, Rabbi. & But be not ye called Rabbi: for g Jam. 3. 1,

one is your Master, even Christ; and all ye are 24. 1 Pet. 5. 9 brethren. And call no man your

father

upon earth : h for one is your Father, which is in heaven. h Mal. 1. 6. 10 Neither be

ye

called masters: for one is your Master, 11 even Christ. But ihe that is greatest among you

2

Mal. 2. 7.
Mark 12. 33.
Luke 20. 45.

e

Prov. 3. 3.
f Mark 12.38,

the 3.

i ch. 20. 26,
27.
k Job 22. 29.
Prov. 15. 33.

shall 12 be your servant. k And whosoever shall exalt him- & 29. 23.

self shall be abased; and he that shall humble himself & 18. 14. shall be exalted.

Luke 14. IJ.

Jam. 4. 6.
1 Pet. 5. 5.

13 Ουαί υμίν γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριται, ότι

κατεσθίετε τας οικίας των χηρών, και προφάσει μακρά

προσευχόμενοι διά τούτο λήψεσθε περισσότερον κρίμα. 14 Ούαι δε υμίν γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριται, ότι

κλείετε την βασιλείαν των ουρανών έμπροσθεν των αν

θρώπων" υμείς γαρ ουκ εισέρχεσθε, ουδε τους εισερχο15 μένους αφίετε εισελθείν. Ουαί υμίν γραμματείς και

Φαρισαίοι υποκριται, ότι περιέγετε την θάλασσαν και

την ξηράν, ποιήσαι ένα προσήλυτον, και όταν γένηται, 16 ποιείτε αυτόν υιόν γεέννης διπλότερον υμών. Ουαί υμίν

οδηγοί τυφλοί, οι λέγοντες, Ος αν ομόση εν τω ναώ,

ουδέν έστιν ος δ' αν ομόση εν τω χρυσή του ναού, οφεί17 λει. μωροι και τυφλοί, τίς γαρ μείζων εστίν, ο χρυσός, ή 18ο ναός ο αγιάζων τον χρυσόν ; και ός εάν ομόση εν τω

θυσιαστηρίω, ουδέν έστιν δς δ' αν ομόση εν τω δώρω 19 το επάνω αυτού, οφείλει. μωροί και τυφλοί, τί γαρ μεί

ζον, το δώρον, ή το θυσιαστήριον το αγιάζον το δώρον; 20 o ούν ομόσας εν τω θυσιαστηρίω, ομνύει εν αυτώ και εν 21 πάσι τοις επάνω αυτού και ο ομόσας εν τω ναώ, ομνύει 22 εν αυτώ και εν τα κατοικούντι αυτόν και ο ομόσας εν

το ουρανό, ομνύει εν τω θρόνο του Θεού και εν τω καθημένω επάνω αυτού.

Ουαί υμίν γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριται, ότι αποδεκατoύτε το ήδύοσμον και το άνηθον και το κύμινον, και αφήκατε τα βαρύτερα του νόμου, την κρίσιν και τον έλεον

και την πίστιν ταύτα έδει ποιήσαι, κακείνα μή αφιέναι. 24 οδηγοί τυφλοί, οι διϋλίζοντες τον κώνωπα, την δε κάμη25 λον καταπίνοντες. Ουαί υμίν γραμματείς και Φαρισαίοι

υποκριται, ότι καθαρίζετε το έξωθεν του ποτηρίου και της

παροψίδος, έσωθεν δε γέμoυσιν εξ αρπαγής και ακρα26 σίας. Φαρισαίε τυφλέ, καθάρισον πρώτον το εντός του

ποτηρίου και της παροψίδος, ίνα γένηται και το εκτός

αυτών καθαρόν. 27 Ουαί υμίν γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριται, ότι

παρομοιάζετε τάφους κεκονιαμένοις, οίτινες έξωθεν μεν φαίνονται ωραίοι, έσωθεν δε γέμoυσιν οστέων νεκρών

23

13 ότι κατεσθίετε περισσότερον κρίμα. ουαι δε υμίν γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριται om. Β. νν. 13 et 14 tr. Α. 19 μωροι και οm. D. 21 τα κατοικήσαντι Α. 23 ταύτα δε έδει Β.

25 αρπαγής και αδικίας. φαρ. Α. 26 και της παροψίδος om. Β. εκτός αυτού καθ. C.

« ПредыдущаяПродолжить »