Изображения страниц
PDF
EPUB

Α. D. 33.

MARK XII. 32-37.-Χιν. 1–5.

Α. D. 33.

VER. 32.

of sleep: for now is our salvation περί δε της ημέρας εκείνης και της ώρας, nearer than when we believed, Rom. ουδείς οίδεν, ουδε οι άγγελλοι οι εν ουρανώ, xiii. 11. Therefore let us not sleep, ουδε ο υιός, ει μή ο πατήρ.

as do others; but let us watch and be But of that day and that hour knoweth sober, 1 Thess. v. 6. no man, no, not the angels which are in

VER. 37. heaven, neither the Son, but the Futher.

Αδε υμίν λέγω, πάσι λέγω Γρηγορείτε. VER. 33.

And what I say unto you I say unto Βλέπετε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε» all, Watch. ουκ οίδατε γάρ πότε ο καιρός έστιν.

CHAP. XIV.-VER. 1. a Take ye heed, watch und pray: for ye know not when the time is.

'Ην δε το πάσχα και τα άζυμα μετά δύο a See on Matt. xxiv. ver. 42.

ημέρας και εζήτουν οι Αρχιερείς και οι

Γραμματείς, πώς αυτόν εν δόλω κρατήVER. 31.

σαντες αποκτείνωσιν. “Ως άνθρωπος απόδημος αφείς την οικίαν a After two days was the feast of the αυτού, και δούς τους δούλους αυτού την εξου- Passover, and of unleavenell bread : and σίαν, και εκάστω το έργον αυτού, και τω the Chief Priests and the Scribes sought θυρωρώ ενετείλατο ένα γρήγορη

how they might take him by cruft, and a For the Son of man is as a man put him to death. taking a far journey, who left his house,

a See on Matt. xxvi. ver. 2-16. and gave authority to his servants, band

VER. 2. to every man his work, and commanded

"Έλεγον δέΜή εν τη εορτή, μήποτε θόthe porter to watch.

ρυβος έσται του λαού. a For the kingdom of heaven is as a But they said, Not on the feast day, man travelling into a far country, who lest there be an uproar of the people. calleth his own servants, and delivered

VER. 3. unto them his goods, Matt. xxv. 14. He said therefore, A certain noble

Και όντος αυτού εν Βηθανία, εν τη οικία man went into a far country to receive | ήλθε γυνή έχουσα αλάβαστρον μύρου, νάρ

Σίμωνος του λεπρού, κατακειμένου αυτού, for himself a kingdom, and to return. And he called his ten servants, and | το αλάβαστρον, κατέχεεν αυτού κατά της

δου πιστικής πολυτελούς και συντρίψασα delivered them ten pounds, and said unto them, Occupy till I come, Luke

κεφαλής. Xix. 12, 13.

And being in Bethany in the house of b See on Matt. xxv. ver. 14.

Simon the leper, as he sat at meat, there

came a woman having an alabaster bor VER. 35.

of ointment of * spikenard, very precious ; Γρηγορείτε ούν (ουκ οίδατε γάρ πότε ο | and she brale the bot, and poured it on κύριος της οικίας έρχεται, όψε, ή μεσονυκ- | his head. τίου, ή άλεκτοροφωνίας, η πρωί)

* Or, pure nard, or, liquid nard. a Watch ye therefore: for ye know not

VER. 4. when the master of the house cometh, at

"Ησαν δέ τινες αγανακτούντες προς εαυEven, or at midnight, σε αε the cock- | τους, και λέγοντες· Εις τι η απώλεια αύτη crowing, or in the morning :

του μυρού γέγονεν και a See on Matt. xxiv. ver. 42.

And there were some that had indigVER. 36.

nation within themselves, and said, Why Μη ελθών εξαίφνης, εύρη υμάς καθεύ- I was this waste of the ointment made ? δοντας.

VER. 5. Lest a coming suddenly he bfind you 'Ηδύνατο γαρ τούτο πραθήναι επάνω sleeping.

τριακοσίων δηναρίων, και δοθήναι τοϊς πτωa See on Matt. xxiv. ver. 42. | χούς. Και ενεβριμώντο αυτή. clause 2.

For it might have been sold for more b While the bridegroom tarried, than three hundred * pence, and have they all slumbered and slept, Matt. been given to the poor. And they murxxv. 5. And that, knowing the time, mured against her. that now it is high time to awake out

* See Matt. xviii. ver. 28. VOL. I

2 P

Α. D. 33.

MARK XIV. 6–20.

Α. D. 33.

VER. 6.

VER. 13. ο δε Ιησούς είπεν: "Αφετε αυτήν: τι Και αποστέλλει δύο των μαθητών αυτού, αυτή κόπους παρέχετε και καλόν έργον ειργά- και λέγει αυτοϊς: “Υπάγετε εις την πόλιν σατο εις εμέ.

και απαντήσει υμίν άνθρωπος κεράμιον And Jesus said, Let her alone, why ύδατος βαστάζων· ακολουθήσατε αυτώ. trouble ye her ? she hath wrought a good And he sendeth forth two of his disciwork on me.

ples, and saith unto them, Go ye into the VER. 7.

city, and there shall meet you a man Πάντοτε γάρ τους πτωχούς έχετε μεθ' | bearing a pitcher of water : follow him. εαυτών, και όταν θέλητε, δύνασθε αυτούς

VER. 14. εύ ποιήσαι» έμε δε ου πάντοτε έχετε.

Και όπου εάν εισέλθη, είπατε τω οίκοFor ye have the

poor and whensoever ye will ge may do them έστι το κατάλυμα όπου το πάσχα μετά

with you always, δεσπότη, ότι ο διδάσκαλος λέγει: Πού good: but me ye have not always.

των μαθητών μου φάγω και VER. 8.

And wheresoever he shall go in, say “ο είχεν αύτη, εποίησε" προέλαβε μυ- | ye to the good man of the house, The ρίσαι μου το σώμα εις τον ενταφιασμόν.

Master saith, Where is the guest-chamShe hath done what she could: she is ber, where I shall eat the Passover with come aforehand to anvint my body to the my disciples ? burying.

VER. 15.
VER. 9.

Και αυτός υμϊν δείξει ανώγεον μέγα 'Αμήν λέγω υμίν, όπου αν κηρυχθή το έστρωμένον, έτοιμος: εκεί ετοιμάσατε ευαγγέλιον τούτο εις όλον τον κόσμον και η ημϊν. και εποίησεν αύτη, λαληθήσεται εις μνημό And he will shew you a large upper συνον αυτής.

room furnished and prepared : there Verily I say unto you, Wheresoever make ready for us. this Gospel shall be preached throughout

VER. 16. the whole world, this also that she hath done shall be spoken of for a memorial | εις την πόλιν, και εύρον καθώς είπεν αυτοίς:

Και εξήλθον οι μαθηταί αυτού, και ήλθον of her. VER. 10.

και ητοίμασαν το πάσχα. Και ο Ιούδας και Ισκαριώτης, είς των δώ

And his disciples went forth, and came δεκα, απήλθε προς τους Αρχιερείς, ένα into the city, and found as he had said παραδώ αυτόν αύτοϊς.

unto them: and they made ready the

Passover. And Judas Iscariot, one of the twelve,

VER. 17. went unto the Chief Priests, to betray him

Και οψίας γενομένης έρχεται μετά των unto them.

δώδεκα. . VER. 11. Οι δε ακούσαντες εχάρησαν, και επηγ

And in the evening he cometh with

the twelve. γείλαντο αυτώ αργύριον δούναι και εζήτει

VER. 18. πώς ευκαιρως αυτόν παραδώ. And when they heard it, they were | είπεν ο Ιησούς: 'Αμήν λέγω υμίν, ότι είς

Και ανακειμένων αυτών και εσθιόντων, glad, and promised to give him money. Εξ υμών παραδώσει με, και έσθίων μετ' And he sought how he might conveniently fuou. betray him. VER. 12.

And as they sat and did eat, Jesus Και τη πρώτη ημέρα των αζύμων, ότε υλich eatetle with me shall betray me.

said, Verily I say unto you, One of you το πάσχα έθυον, λέγουσιν αυτώ οι μαθηται αυτού που θέλεις ασελθόντες ετοιμάσω

VER. 19. μεν ένα φάγης το πάσχα ;

Οι δε ήρξαντο λυπείσθαι, και λέγειν a And the first day of unleavened avro els xal' tlg. MÍ ti lyó; xal arroco hread, when they *killed the Passover, his Mń milyo; lisciples said unto him, Where wilt thou And they began to be sorrowful, and that we go and prepare, that thou muyest to say unto him one by one, Is it I ? and eat the Passover ?

another said, Is it I? * Or, sacrificed.

VER. 20. a See on Matt. xxvi. ver. 17-24. ο δε αποκριθείς, είπεν αυτοίς: Είς εκ

Α. D. 33.

MARK XIV. 20-34.

Α. D. 93.

πος εκείνος.

των δώδεκα, ο εμβαπτόμενος μετ' εμού εις

VER. 27. το τρυβλίον.

Και λέγει αυτοίς ο Ιησούς: Ότι πάντες And he answered and said unto them, σκανδαλισθήσεσθε εν εμοί εν τη νυκτί It is one of the twelve, that dippeth with | ταύτη: ότι γέγραπται· Πατάξω τον ποιme in the dish.

μένα, και διασκορπισθήσεται τα πρόβατα, VER. 21.

And Jesus saith unto them, All ye “Ο μεν υιός του ανθρώπου υπάγει, καθώς | for it is written, I will smite the Shep

shall be offended because of me this night: γέγραπται περί αυτού ουαι δε τώ ανθρώπω hard, and the sheep shall be scattered. εκείνω δι' ου ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται· καλόν ήν αυτώ, εί ουκ εγεννήθη ο άνθρω

VER. 98.

'Αλλά μετά το εγερθήναι με, προάξω The Son of man indeed goeth, as it is | υμάς εις την Γαλιλαίαν. written of him: but woe to that man by

But after that I am risen, I will go whom the Son of man is betrayed ! good before you into Galilee. were it for that man if he had never been

VER. 29. born.

ο δε πέτρος έφη αυτώ. Και ει πάντες VER. 99.

σκανδαλισθήσονται, αλλ' ουκ εγώ. Και εσθιόντων αυτών, λαβών ο Ιησούς

But Peter said unto him, Although all άρτον, ευλογήσας έκλασε, και έδωκεν αυ- | shall be offended, yet will not Ι. τοίς, και είπε: Λάβετε, φάγετε» τούτο έστι το σώμα μου.

VER. 30.

Και λέγει αυτώ ο Ιησούς: 'Αμήν λέγω a And as they did eat, Jesus took bread, αnd blessed, and brake it, and gave to ή δις αλέκτορα φωνήσαι, τρις απαρνήση με.

σου, ότι σήμερον έν τη νυκτί ταύτη, πριν them, und said, Tuke, eut; this is my body.

And Jesus saith unto him, Verily I • See on Μatt. Χxvi. ver. 26-35.

say unto thee, That this day, even in

this night, before the cock crow twice, VER. 23.

thou shalt deny me thrice. Και λαβών το ποτήριον, ευχαριστήσας

VER. 31. έδωκεν αυτοίς· και έπιον εξ αυτού πάντες. ο δε εκ περισσου έλεγε μάλλον. Εάν

And he took the cup, and when he | με δέη συναποθανείν σοι, ου μή σε απαρhad given thanks, he gave it to them : νήσομαι. Ωσαύτως δε και πάντες έλεγον, and they all drank of it.

But he spake the more vehemently, If

I should die with thee, I will not deny
VER. 24.

thee in any wise. Likewise also said
Και είπεν αυτοίς. Τούτο εστι το αίμα | they all.
μου, το της καινής διαθήκης, το περί πολ.

VER. 32. λών εκχυνόμενον.

Και έρχονται εις χωρίον ου το όνομα And he said unto them, This is my | Γεθσημανή και λέγει τους μαθηταίς αυblood of the new testament, which is shed | τού• Καθίσατε ώδε έως προσεύξωμαι. for many.

a And they came to a place which VER. 25.

was named Gethsemane: and he saith to 'Αμήν λέγω υμίν, ότι ουκέτι ου μή πίω | his disciples, Sit ye here, while I shall εκ του γεννήματος της αμπέλου, έως της | pray. ημέρας εκείνης, όταν αυτό πίνω καινόν εν τη a See on Matt. xxvi. ver. 36-46. βασιλεία του Θεού.

VER. 33. Verily I say unto you, I will drink

Και παραλαμβάνει τον Πέτρον, και τον
no more of the fruit of the vine, until | Ιάκωβον, και Ιωάννην μεθ' εαυτού και
that day that I drink it new in the king- ήρξατο εκθαμβεΐσθαι και αδημονείν.
dom of God.

And he taketh with him Peter and
VER. 26.

James and John, and began to be sore
Και υμνήσαντες, εξήλθον εις το όρος των | amazed, and to be very heavy και
ελαίων.

VER. 34. And when they had sung an * hymn.

Και λέγει αυτούς. Περιλυσός έστιν και they went out into the mount of Olives | ψυχή μου έως θανάτου μείνατε ώδε, και * Or, psalm.

γρηγορείτε,

[ocr errors]

Α. D. 33.

MARK XIV. 34-48.

Α. D. 33.

And saith unto them, My soul is er And he cometh the third time, and ceeding sorrowful unto death: tarry ye saith unto them, Sleep on now, and take here, and watch.

your rest: it is enough, the hour is come: VER. 35.

behold, the Son of man is betrayed into

the hands of sinners. Και προελθών μικρών έπεσεν επί της γής και προσηύχετο ένα, ει δυνατόν έστι,

VER. 42. παρέλθη απ' αυτού ή ώρα.

'Εγείρεσθε, άγωμεν· ιδού, και παραδιδούς And he went forward a little, and feil με ήγγικε. on the ground, and prayed that, if it Rise up, let us go; lo, he that betraywere possible, the hour might pass from eth me is at hand. him.

VER.. 43.
1
VER. 36.

Και ευθέως, έτι αυτού λαλούντος, παΚαι έλεγεν 'Αββά ο πατήρ, πάντα δυ- ραγίνεται Ιούδας, είς ών των δώδεκα, και νατά σοι· παρένεγκε το ποτήριον απ' εμού | μετ' αυτού όχλος πολύς μετά μαχαιρών τούτο· αλλ' ού τί εγώ θέλω, αλλά τι σύ.

και ξύλων, παρά των 'Αρχιερέων, και των And he said, Abba, Father, all things | Γραμματέων, και των Πρεσβυτέρων. are possible unto thee ; take away this

a And immediately, while he yet spake, cup from me: nevertheless not what I cometh Judas, one of the twelve, and with will, but what thou wilt.

him a greut multitude with swords and VER. 37.

staves, from the Chief Priests and the

Scribes and the elders. Και έρχεται, και ευρίσκει αυτούς καθεύδοντας και λέγει τω Πέτρα: Σίμων,

a See on Matt. xxvi. ver. 47-51. καθεύδεις; ουκ ίσχυσας μίαν ώραν γρηγο

55, 56. ρήσαι ;

VER. 44. And he cometh and findeth them sleep

Δεδώκει δε και παραδιδούς αυτόν σύσσηing, and saith unto Peter, Simon, sleep- μoν αυτοίς, λέγων· “ον αν φιλήσω, αυτός est thou? couldest not thou watch one

έστι: κρατήσατε αυτόν, και απαγάγετε hour?

ασφαλώς. VER. 58.

And he that betrayed him had given Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μή εισ- | shall kiss, that same is he: take him, and

them a token, saying, Whomsoever I έλθητε εις πειρασμόν το μεν πνεύμα πρόθυμον, και δε σαρξ ασθενής.

lead him away safely.

VER. 45. Watch ye and pray, lest ye enter into temptation. The spirit truly is ready,

Και ελθών, ευθέως προσελθών αυτα, but the flesh is weak.

λέγει· Ραββί, Ραββί- και κατεφίλησεν

αυτόν. VER. 39.

And as soon as he was come, Και πάλιν απελθών προσηύξατο, τον straightway to him, and saith, Master, αυτόν λόγον ειπών.

master ; and kissed him. And again he went away and prayed,

VER. 46. and spake the same words.

Οι δε επέβαλον επ' αυτόν τας χείρας VER. 40.

αυτών και εκράτησαν αυτόν. Και υποστρέψας εύρεν αυτούς πάλιν κα And they laid their hands on him, θεύδοντας» ήσαν γάρ οι οφθαλμοί αυτών | and took him. βεβαρημένοι» και ουκ ήδεισαν τί αυτό απο

VER. 47. κριθώσι.

Είς δέ τις τών παρεστηκότων, σπασάAnd when he returned, he found them μενος την μάχαιραν, έπαισε τον δούλον του asleep again: for their eyes were heavy: | Αρχιερέως, και αφείλεν αυτού το ντίον. neither wist they what to answer him. And one of them that stood by drew a VER. 41.

sword, and smote a servant of the High Και έρχεται το τρίτον, και λέγει αυ- | Priest, and cut off his ear. τοϊς: Καθεύδετε το λοιπόν και αναπαύεσθε.

VER. 48. απέχει ήλθεν η ώρα: ιδού, παραδίδοται Και αποκριθείς ο Ιησούς, είπεν αυτοίς: ο υιός του ανθρώπου εις τας χείρας των | Ως επί ληστήν εξήλθετε μετά μαχαιρών αμαρτωλών.

και ξύλων συλλαβείν με;

he goeth

Α. D. 33.

MARK XIV, 48-63.

Α: D. 33.

And Jesus answered and said unto

VER. 56.» them, Are ye come out, as against a Πολλοί γάρ έψευδομαρτύρουν κατ' αυthief, with swords and with staves to του και ίσαι αι μαρτυρίαι ουκ ήσαν. take me?

For many bare fulse witness against VER. 49.

him, but their witness agreed not togeΚαθ' ημέραν ήμην, προς υμάς εν τώ | ther. ξερω διδάσκων, και ουκ εκρατήσατε με:

VER. 57. αλλ' ένα πληρωθώσιν αι γραφαί.

Καί τινες αναστάντες, έψευδομαρτύρουν I was daily with you in the temple | κατ' αυτού, λέγοντες: teaching, and ye took me not: but the

And there arose certain, and bare false Scriptures must be fulfilled.

witness against him, saying, VER. 50.

VER. 58. Και αφέντες αυτόν πάντες έφυγον. Οτι ήμεϊς ηκούσαμεν αυτού λέγοντος· And they all forsook him, und fled. Οτι εγώ καταλύσω τον ναόν τούτον τον

χειροποίητον, και διά τριών ημερών άλλον VER. 51.

αχειροποίητον οικοδομήσω, Και εις τις νεανίσκος ήκολούθει αυτό,

We heard him say, I will destroy this περιβεβλημένος σινδόνα επί γυμνού και κρατούσιν αυτόν οι νεανίσκοι.

temple that is made with hands, und

within three days I will build another And there followed him a certain made without hands. young man, having a linen cloth cast about his naked body; and the young

VER. 59. men laid hold on him;

Και ουδε ούτως ίση ήν ή μαρτυρία αυτών. VER. 52.

But neither so did their witness agree ο δε καταλιπών την σινδόνα, γυμνός

together. .

VER. 60. έφυγεν απ' αυτών. And he left the linen cloth, and fted επηρώτησε τον Ιησούν, λέγων: Ουκ απο

Και αναστάς και Αρχιερεύς εις το μέσον, from them nuked.

κρίνη ουδέν; τί ουτοί σου καταμαρτυρούσιν ; VER. 53.

And the High Priest stood up in the Και απήγαγον τον Ιησούν προς τον | midst, and asked Jesus, saying, Answer'Αρχιερέα και συνέρχονται αυτώ πάντες | est thou nothing ? what is it which these οι αρχιερείς, και οι Πρεσβύτεροι, και οι | witness against thee ? Γραμματείς.

VER. 61. a And they led Jesus away to the High Priest : and with him were assembled all Πάλιν ο Αρχιερεύς επηρώτα αυτόν, και

“ο δε εσιώπα, και ουδέν απεκρίνατο. the Chief Priests and the elders and the λέγει αυτώ Συ εί ο Χριστός, ο υιός του Scribes.

ευλογητού; a See on Matt. ixvi. ver. 57-68.

But he held his peace, and answered: VER. 54.

nothing. Again the High Priest asked Και ο Πέτρος από μακρόθεν ήκολούθησεν | him, and said unto him, Art thou the αυτώ έως έσω εις την αυλήν του Αρχιερέως» | Christ, the Son of the Blessed? και ήν συγκαθήμενος μετά των υπηρετών,

VER. 62. και θερμαινόμενος προς το φώς.

ο δε Ιησούς είπεν: 'Εγώ είμι και And Peter followed him afar off, even into the palace of the High Priest : and he εκ δεξιών της δυνάμεως, και έρχόμενον

όψεσθε τον υιόν του ανθρώπου καθήμενον sat with the servants, and warmed him

μετά των νεφελών του ουρανού. self at the fire.

And Jesus said, I um: and ye shall VER. 55.

see the Son of man sitting on the right Οι δε 'Αρχιερείς και όλον το συνέδριον | hand of power, and coming in the clouds εζήτουν κατά του Ιησού μαρτυρίαν, εις το of heaven. θανατώσαι αυτόν και ουχ εύρισκον.

VER. 63. And the Chief Priests and all the coun ο δε Αρχιερεύς, διαρρήξας τους χιτώcil sought for witness against Jesus to νας αυτού, λέγει: Τι έτι χρείαν έχομεν put him to death; and found none. μαρτύρων και

« ПредыдущаяПродолжить »